Saturday, February 21, 2009

Λίμνη Δακρύνη


Κάποτε πεθαίνει η ελπίδα και αρχίζεις να γράφεις σ' ένα δεύτερο πρόσωπο που είναι απρόσωπο. Είναι το Εσύ που μιλάει τελικά για το Εγώ. Συντακτική παραδοξολογία μέσα από ένα γλωσσικό τακτ. Διάλογος - απαρχή λογοτεχνικής σχιζοφρένειας. Όταν η ελπίδα έχει ξεπλυθεί και με το τελευταίο δάκρυ, δεν υπάρχει άλλη λύση από την εσωστρέφεια. Ανοίχτηκες, είδες, παραπλανήθηκες, απογοητεύτηκες, κλείνεις τα ρολά και κάνεις απογραφή. Είναι η στιγμή που νιώθεις ότι όλα πρέπει να τα κάνεις εσύ, όλα ζητούν τη δική σου κατανόηση, τη δική σου αλλαγή, τη δική σου αποποίηση των αξιών που δεν ταιριάζουν στη σύγχρονη χαόμορφη ομοιόσταση. Και γεμίζεις, αγγίζοντας τα όρια της τρέλλας, λίμνες ολόκληρες από δάκρυα που απλώς τρέχουν ασύλληπτα και ανεξέλεγκτα, πηγάζοντα από τον πόνο που προκαλεί η διαπίστωση της ad libitum καταστρατήγησης από ανθρώπους αγαπημένους μιας κοινής λογικής χάριν ενός προσωπικού εμμονικού πείσματος, το οποίο ξεσκίζει καρδιές και ανοίγει κρουνούς. Ας πνίγεις μέσα εκεί ό,τι καλύτερο έχεις να δώσεις από συναίσθημα. Η επιταγή της Αγάπης στο ταμιευτήριο του Εγώ είναι πάντοτε ακάλυπτη.

Μήπως τελικά είσαι απλώς βλαξ; Πόσο πλούσιος μπορεί να είσαι όταν έχεις στοιβάξει τόνους ενός νομίσματος που όμως δεν αναγνωρίζεται; Ιδού μια ερώτηση που θα περιμένει είτε ν' απαντηθεί, είτε ν' αφανιστεί. Όποιο έλθει πρώτο.

Friday, February 20, 2009

Εαρινή ευόδωσις


Τσικνοπαρασκευή βράδυ, μόνος, Αθήνα, κρύο. Εσύ, αγόρι της λίμνης, της χλωρίδας, της πανίδας και της βλακίδας. Δε νιώθω πια. Το συναίσθημα είναι σαν μια κρυστάλλινη σφαίρα που ο χρόνος τής παραδίδεται άνευ όρων. Αν όμως η σφαίρα ραγίσει από αλλεπάλληλες πτώσεις και στο τέλος γίνει θρύψαλλα, το υλικό της είναι πάντοτε κρύσταλλο μα η δομή της είναι για τα σκουπίδια. Με σένα όμως θ' ασχολούμαι; Κάνεις τις επιλογές σου και θα ζήσεις με τις συνέπειες.

Εδώ έχουμε να πούμε για ανοιξιάτικη έλευση στη μέση του χειμώνα, για το θαύμα των ξύλων που γεμίζουν χρωματιστά αρώματα και της γης που στρώνει το πράσινο χαλί στη Μποτιτσέλεια Κόρη. Το διήγημα αρχίζει με την ανατολή ενός ανιόντος ήλιου, με τη μετανάστευση ενός γεμάτου μυστικά της ζωής ανέμου και με το χιόνι που κάθεται εκεί πάνω και ντύνει τις κορφές με ελπίδα πως η ζωή θα συνεχίσει. Οι λίμνες ποτέ δε μ' ενδιέφεραν, μόνον τα ποτάμια, κι απ' αυτά, τα κρυστάλλινα, που μέσα τους βλέπεις γάργαρη τη ζωή να γλυκαίνει τις πέτρες και να κυλάει στο μέλλον, και να, έτσι να κάνεις το χέρι σου, παίρνεις λίγη και γεύεσαι αιωνιότητα, γεμίζεις κίνηση και τραβάς κι εσύ το δρόμο προς τη χιονισμένη κορυφή, που σου μαρτύρησε το κρυστάλλινο ποταμάκι, όπως η κρυστάλλινη σφαίρα της καρδιάς σου σού μαρτύρησε τον έρωτα.

Τι να μου κάνει η λίμνη σου εμένα; Στις λίμνες μένουν όσοι ποθούν το βάλτο, τους βάτραχους - που τελικά, δεν είναι πρίγκηπες, αλλά ξιπασμένοι βάτραχοι που κοάζουν και θαρρούν πως ερμηνεύουν ύψιστες μελωδίες - και τα καλάμια που σαπίζουν στην όχθη ενός ελεεινού λασπόλουτρου. Πρίγκηπες φαντάζονται τους εαυτούς τους εκείνοι οι ίδιοι, και μόνον όσοι πιστεύουν σε κοάσματα. Η μεγαλόψυχη Ανοιξις όμως τους δέχεται κι αυτούς. Εξάλλου, αν δεν υπήρχε η μπόχα, πώς θα ξέραμε τη διαφορά;

Sunday, September 28, 2008

The Lady of Shalott - an inspiration


Αυτό το ποίημα με στοιχειώνει από τότε που το πρωτάκουσα, τραγουδισμένο από μια κέλτισσα αοιδό. Ο νους μου ταξιδεύει στον άνεμο και γυρνάει σαν την ανέμη της υφάντρας νεράιδας που, μπλεγμένη στην κατάρα της μονοτονίας, έσπασε τα στημόνια της και έπλευσε τραγουδώντας στο θάνατο για ένα "Tirra Lirra" που τη μάγεψε απ' τα χείλη του sir Lancelot.

On either side the river lie
Long fields of barley and of rye,
That clothe the wold and meet the sky;
And thro' the field the road run by
To many-towered Camelot;

And up and down the people go,
Gazing where the lilies blow
Round an island there below,
The Island of Shalott.

Willows whiten, aspens quiver,
Little breezes dusk and shiver
Thro' the wave that runs for ever
By the island in the river
Flowing down to Camelot.

Four grey walls, and four grey towers,
Overlook a space of flowers,
And the silent isle embowers
The Lady of Shalott.

Only reapers, reaping early,
In among the bearded barley
Hear a song that echoes cheerly
From the river winding clearly
Down to Tower'd Camelot;

And by the moon the reaper weary,
Piling sheaves in uplands airy,
Listening, whispers "Tis the Fairy
The Lady of Shalott."

There she weaves by night and day
A magic web with colours gay.
She has heard a whisper say,
A curse is on her if she stay
To look down to Camelot.

She knows not what the curse may be,
And so she weaveth steadily,
And little other care hath she,
The Lady of Shalott.

And moving through a mirror clear
That hangs before her all the year,
Shadows of the world appear.
There she sees the highway near
Winding down to Camelot;

And sometimes thro' the mirror blue
The Knights come riding two and two.
She hath no loyal knight and true,
The Lady of Shalott.

But in her web she still delights
To weave the mirror's magic sights,
For often thro' the silent nights
A funeral, with plumes and lights
And music, went to Camelot;

Or when the moon was overhead,
Came two young lovers lately wed.
"I am half sick of shadows," said
The Lady of Shalott.

A bow-shot from her bower-eaves,
He rode between the barley sheaves,
The sun came dazzling thro' the leaves,
And flamed upon the brazen greaves
Of bold Sir Lancelot.

A red-cross knight for ever kneel'd
To a lady in his shield,
That sparkled on the yellow field,
Beside remote Shalott.

His broad clear brow in sunlight glow'd;
On burnish'd hooves his war-horse trode;
From underneath his helmet flow'd
His coal-black curls as on he rode,
As he rode down to Camelot.

From the bank and from the river
He flashed into the crystal mirror,
"Tirra lirra" by the river
Sang Sir Lancelot.

She left the web, she left the loom,
She made three paces thro' the room,
She saw the water-lily bloom,
She saw the helmet and the plume,
She look'd down to Camelot.

Out flew the web and floated wide;
The mirror crack'd from side to side;
"The Curse is come upon me," cried
The Lady of Shalott.

In the stormy east-wind straining,
The pale yellow woods were waning,
The broad stream in his banks complaining.
Heavily the low sky raining
Over tower’d Camelot;

Down she came and found a boat
Beneath a willow left afloat,
And round about the prow she wrote
'The Lady of Shalott'

And down the river's dim expanse
Like some bold seer in a trance,
Seeing all his own mischance -
With a glassy countenance
did she look to Camelot.

And at the closing of the day
She loosed the chain, and down she lay;
The broad stream bore her far away,
The Lady of Shalott.

Heard a carold, mournful, holy,
Chanted loudly, chanted lowly,
Till her blood was frozen slowly,
And her eyes were darkened wholly,
Turn'd to tower'd Camelot.

For ere she reach'd upon the tide
The first house by the water-side,
Singing in her song she died,
The Lady of Shalott.

Under tower and balcony,
By garden-wall and gallery,
A gleaming shape she floated by,
Dead-pale between the houses nigh,
Silent into Camelot.

Out upon the wharfs they came,
Knight and burger, lord and dame,
And round the prow they read her name,
The Lady of Shalott.

Who is this? And what is here?
And in the lighted palace near
Died the sound of royal cheer;
And they crossed themselves for fear,
All the knights at Camelot;

But Lancelot mused a little space
He said, "She has a lovely face;
God in His mercy lend her grace,
The Lady of Shalott."

~ Alfred, Lord Tennyson ~

Tuesday, September 23, 2008

Το Φλοφλύμοιο και ο Σκλαβ - μέρος Ι


Κάποτε σε μια χώρα που όλα είχαν παράξενα ονόματα και οι άνθρωποι δεν ήσαν σαν κι εμάς, ζούσε ένα αγόρι νεαρό κι όμορφο σαν το χρυσάφι στον ήλιο, ο Σκλαβ, που αγαπούσε αγόρια. Σ' αυτή τη χώρα, το ν'αγαπιούνται δυο αγόρια μεταξύ τους το λέγανε "Φλοφλύμοιο". Μη με ρωτήσετε γιατί. Είπαμε, παράξενα ονόματα. Τι γελοίο όνομα, πραγματι! Οι άνθρωποι γελούσαν και μόνον με τη σκέψη, αλλά και με κρυφό τρόμο, μια και κανείς δεν ήξερε, ούτε μπορούσε να καταλάβει από πού έβγαινε η λέξη αυτή. Όσο δε για τα αγόρια που ερωτεύονταν αγόρια, αυτά αισθάνονταν τόση ντροπή και δεν τολμούσαν να ομολογήσουν την αγάπη τους, από φόβο μη τους πουν "Φλόφλυμους". Φαντάσου το ρεζιλίκι!

Έτσι, στη χώρα με τα παράξενα ονόματα, πολλά απ' τ' αγόρια αυτά εφεύρισκαν δεκάδες τρόπους να ξεφύγουν τη Φλοφλυμοιο-ντροπή, χωρίς βέβαια να πάψουν ν' αγαπιούνται. Βρίσκανε διάφορες άλλες λέξεις, λιγότερο ντροπιαστικές να περιγράψουν στους εαυτούς τους (και στους άλλους) τη σχέση τους. Νομίζανε ότι μ' αυτόν τον τρόπο άλλαζε κάτι, ότι, αν έπειθαν τον εαυτό τους ότι είναι κάτι άλλο απ' αυτό που είναι στ' αλήθεια, θα ήσαν ευτυχισμένοι. Λέγανε, λοιπόν, ότι ήσαν "Φλίφλοι", "Λιφαράκια" και "Λοκκητοί". Πολλά αγόρια σαν τον Σκλαβ ποτέ δεν είχαν αποδεχτεί μέσα τους πως τους άρεσε ν' αγαπάνε αγόρια - τι ντροπή - κι έτσι μεγάλωσαν στερημένα, καταπιέζοντας τη φύση τους και αργότερα παντρεύτηκαν μια γυναίκα, όπως οφείλει να κάνει κάθε αγόρι για να είναι σωστός άντρας. Έλα όμως που η καρδιά και το σώμα τους είχαν διαφορετική άποψη!

Ο Σκλαβ ήταν ακόμη νέος όταν βρέθηκε στο δρόμο του ένα τέτοιο αγόρι, ο Ντορ. Εγκλωβισμένος σε μια τόσο κοινότυπη κατάσταση, να είσαι φλόφλυμος και νάχεις παντρευτεί μια γυναίκα, ο Ντορ μαγεύτηκε από τον Σκλαβ. Ξύπνησαν μέσα του όλες οι καταπιεσμένες σκέψεις και οι κρυμμένοι πόθοι. Αλλά και ο Σκλαβ, καταπιεσμένος κι αυτός από έναν κόσμο που σε θεωρούσε κακό αν ήσουν φλόφλυμος, ένιωσε έλξη για τον Ντορ κι έτσι ένα δειλινό αγαπήθηκαν. Τώρα θα μου πείτε, κακό είναι; Οχι, δε θα ήταν κακό, αν ο Σκλαβ και ο Ντορ δεν έκρυβαν την αγάπη τους πίσω από άλλα ονόματα, όπως "Φλίφλοι", κι αν ο Ντορ δεν ήταν παντρεμένος... Διότι, το κακό δεν είναι να είσαι φλόφλυμος. Αυτό στο κάτω-κάτω δεν είναι επιλογή σου. Το κακό είναι να είσαι ψεύτης και απατεώνας. Κι ο Ντορ ήταν ένας τέτοιος. Μόνον που ο Σκλαβ δεν το ήξερε, γιατί ήταν αγνός. Πίστευε ότι μπορεί να λέει κανείς ότι είναι φλίφλος σου και ταυτόχρονα νά'ναι κι εραστής σου. Τι αφέλεια! (συν.)

Γράμμα σ' ένα νέο ποιητή.


Φταίει ο καιρός όταν εσύ δε θες να δεις τα σημάδια του; Όταν σου δείχνει καθαρά την επερχόμενη καταιγίδα κι εσύ κυκλοφορείς ανέμελος;

Ήλπιζα πως ένας άνθρωπος με τόση ευφυία και αντίληψη όπως εσύ, θα μπορούσε να κατανοήσει συμπεριφορές και μεθοδεύσεις. Τελικά, ίσως να τις κατανοείς περισσότερο απ' όσο παραδέχεσαι και απλώς αρνείσαι με μια παιδιάστικη μουλαρωμένη άρνηση ν' αφήσεις το βάζο με το γλυκό απ' τα χέρια - ασχέτως αν το γλυκό ήταν πάντα σάπιο και μουχλιασμένο - χωρίς να βλέπεις πόσα ρισκάρεις με τις εμμονές σου στα αδιέξοδα.

Πόσες φορές συγκρούστηκες μαζί μου υπερασπιζόμενος μια απάτη! Ξέρεις πόσο ΔΕΝ σε τιμάει αυτό; Είναι δυνατόν ακόμη να κρέμεσαι από τα λόγια ανθρώπων που σου δείξανε το λάθος για σωστό, την απάτη για μαγκιά, το ψέμμα για αλήθεια; Είναι δυνατόν να θέλεις ακόμη να να τους μιλάς, να τους συναντάς; Δεν συνειδητοποιείς επιτέλους το κακό που σου κάνανε, λύκοι αυτοί εν είδει προβάτου, χωρίς να θυσιάσουν τίποτε από την προσωπική τους καλοπέραση, άκρατοι εγωιστές και πλεονέκτες του χειρίστου είδους, που μετέρχονται κάθε μέσο προκειμένου να κρατήσουν φαύλους δεσμούς και να διαιωνίσουν απάτες; Κι εσύ αυτούς τους ανθρώπους τους επαινείς και τους αποκαλείς καλούς; Πόσο εξωφρενικό μπορεί να είναι αυτό! Τι λέει αυτό για τη δική σου ιδιοσυγκρασία; Οτι δεν ξεχνάς τους φίλους που δεν είναι φίλοι αλλά εραστές; Πού είναι η ελευθερία που πρεσβεύεις, όταν σε κρατούν δέσμιό τους γεμίζοντάς σε ενοχές; Το γεγονός ότι αυτή η συμπεριφορά σου μπαίνει σα μαχαίρι ανάμεσά μας, δε σ' ενοχλεί; Το ότι με ταράζεις σε ύψιστο βαθμό, χωρίς να σέβεσαι ουδαμώς το δικό μου συναίσθημα απλώς και μόνο για να συντηρήσεις ΤΙ; ΤΙ;

Σε τελική ανάλυση, μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις, ξέροντας όμως καλά πως οι συνέπειες είναι αθροιστικές και, μετά από ένα σημείο, ανεπιστρεπτί ολέθριες. Καλό θα ήταν να αναρωτηθείς αν αυτό είναι που θέλεις, διότι οι αντοχές μου στερεύουν με αυτό το θέμα. Στο λέω καθαρά, καθόλου απειλητικά. Ξέρω το μέσα μου και βλέπω την επίδραση που έχει αυτή η κατάσταση στην ψυχή μου. Ξέροντας τη δική σου ποιότητα και μη μπορώντας να κατανοήσω επ' ουδενί πώς επιβραβεύεις την ανηθικότητα, μου προκαλεί απλώς εμετό.

Επιτέλους, θα αφήσεις το βάζο με το βρωμερό γλυκό, ή θα χάσεις πολύ περισσότερα και θα μείνεις με τη σαπίλα και τη μούχλα να πάθεις δηλητηρίαση;

Tuesday, September 16, 2008

Jazz επομένη βροχής


Στο μονοπάτι αυτό που ζεις, φορές κοιτάς εμπρός, φορές τα πίσω. Σαν τα καβαφικά κεριά. Πλήθος εκατέρωθεν κι εσύ κάποτε διακρίνεις ένα χέρι να σου γνέφει από τα μπρος σου - αυτά που είναι παρελθόν για το χέρι αυτό - και άλλοτε άλλο χέρι να σου γνέφει από τα πίσω - όσα είναι μέλλον για το άλλο χέρι. Τι διαλέγεις τότε; Να τραβηχτείς ή να ελκύσεις; Ή μήπως είσαι από αυτούς που μπαίνουν απλώς στη διελκυστίδα ενός σκοινιού που ποτέ δεν τράβηξαν;

Σκέψεις της χτεσινής συναυλίας τζαζ, όπου υπήρχαν πολλά χέρια από τα πίσω, από αυτά που έπονται. Και πολλά καβαφικά κεριά, αναμμένα. Θάλασσα πλατειά από χέρια, σ' αγαπώ γιατί μου μοιάζεις, αλλά και πάλι όχι...

Thursday, September 11, 2008

Περί ελευθερίας διάλογος μεταξύ εφήβων.


Α. - Ελευθερία σημαίνει, κάνω ό,τι θέλω. Ακολουθώ κάθε παρόρμηση που μπορεί να κατεβάσει η φαντασία μου, ανοίγω απέραντα όρια στον ορίζοντα της πράξης μου και δεν υπολογίζω κανέναν. Στην ανοιχτωσιά αυτή χρησιμοποιώ όλα τα μέσα (ακόμη και ανθρώπους) για να πετύχω το οποιοδήποτε ποθούμενο, κατασκευάζω εικόνες και ονόματα για την πραγματικότητα, εφόσον αυτή δε με βολεύει, γκρεμίζω τους φράχτες που οριοθετούν έννοιες και καταστάσεις και δεν περιορίζομαι από τίποτε απολύτως. Σέβομαι τα αλλότρια, αλλά μόνον εφόσον δεν μου κοστίζει.

Β. - Ελευθερία σημαίνει, επιλέγω και ευθύνομαι. Απαλλάσσομαι από τη δυναστεία της κάθε γελοίας και απερίσκεπτης παρόρμησης που μου έρχεται στο κεφάλι, υποβάλλοντάς την σε κριτικό έλεγχο και δρω με σεβασμό απέναντι στα όρια των άλλων, ακόμη κι αν αυτό μου κοστίζει. Αναγνωρίζω τη χρησιμότητά των ορίων στην αποσαφήνιση του χάους. Αποδέχομαι την πραγματικότητα και εντάσσω τον εαυτό μου σύμμαχό της, διότι η αλήθεια της είναι μοναδική και ακλόνητη. Θαρραλέα αναλαμβάνω επιλογές με αυτά τα κριτήρια και αποδέχομαι και όλες τις ευθύνες που μου αναλογούν.

Α.- Αυτά είναι κολλήματα και παρωχημένες ιδέες. Πραγματική ελευθερία είναι να είσαι αδέσμευτος, να μεταχειρίζεσαι τη ζωή όπως σε βολεύει, να μην αφήνεις κανέναν να σε εξουσιάζει, να μην είσαι έρμαιο των συναισθημάτων σου, να μη δένεσαι με τους ανθρώπους, να είσαι μόνος. Ανεξάρτητος.
Β.- Πάψε τότε να αναπνέεις.

Α.- Τι λες;
Β.- Πάψε να αναπνέεις. Δεν είσαι εξαρτημένος από τον αέρα; Ε, σπάσε την εξάρτηση, λοιπόν!

Α.- Αυτό δεν είναι εξάρτηση. Αυτό είναι ανάγκη βιολογική.
Β.- Σωστά. Τα κύτταρά σου χρειάζονται οξυγόνο για να λειτουργήσουν και σου το ζητάνε. Δε σε δεσμεύουν να ανασάνεις; Ας βρούν ένα τρόπο να ανασαίνουν μόνα τους.

Α.- Τι βλακείες! Τα κύτταρά μου είμαι εγώ!
Β.- Χαίρομαι που το καταλαβαίνεις. Είσαι, λοιπόν, μια μάζα κυττάρων και μόνον; ας υποθέσουμε ότι έτσι είναι. Δες ένα κύτταρο. Ζει μέσα σε ένα πλήθος ομοίων κυττάρων και στενά δεμένο με αυτά. Είναι όμως σαφώς περιορισμένο από τη μεμβράνη του, η οποία τού δίνει σχήμα και επιτρέπει την επικοινωνία με τα άλλα κύτταρα και το αίμα. Υπάρχει μια πολύ διακριτή αίσθηση στη μεμβράνη του που φιλτράρει με μοναδικό τρόπο τις ουσίες. Όλα τα κύτταρα λειτουργούν έτσι. Στο εσωτεικό τους, τα πράγματα είναι σαφέστατα. Υπάρχουν συγκεκριμένα σωματίδια που καταμερίζουν τις εργασίες και συντονίζονται όλα για να πετύχουν το θαύμα της ζωής. Τα κύτταρά σου, επομένως εσύ, ζουν γιατί εργάζονται με σαφήνεια και ΣΥΝεργάζονται με σαφήνεια. Μπορεί κανείς να πει ότι ένα κύτταρο είναι ελεύθερο να κάνει ό,τι γουστάρει;

Α.- Οχι, διότι ακολουθεί μια προδιαγεγραμμένη λειτουργία, αλλιώς θα πεθάνει.
Β.- Ακριβώς. Επομένως, αν εσύ είσαι μόνον κύτταρα, ακολουθείς κι εσύ μια προδιαγεγραμμένη λειτουργία που επιφέρει βιολογικές ανάγκες, αλλιώς θα πεθάνεις. Έτσι δεν είναι;

Α.- Έτσι.
Β.- Σε αυτό, λοιπόν, το επίπεδο, τι είναι αυτό που σε κάνει να μιλάς για ελευθερία; Σίγουρα πάντως, όχι τα κύτταρά σου...

Α.- Ε, όχι, υπάρχουν κι άλλα πράγματα στον άνθρωπο περα από τα κύτταρα.
Β.- Ευτυχώς που το παραδέχεσαι. Αρα, πέρα από τις βιολογικές ανάγκες, υπάρχουν κι άλλες, ηθικές, συναισθηματικές, κοινωνικές... τις οποίες έχουμε όλοι, είτε το θέλουμε είτε όχι. Από κάποιες τέτοιες ανάγκες, λοιπόν, είμαστε "εξαρτημένοι", αν μπορεί να το πει κανείς εξάρτηση αυτό, ωστε να ζήσουμε σε ένα επίπεδο ανώτερο του βιολογικού.

Α.- Εντάξει...
Β.- Η φωτιά καίει;

Α.- Τι ερώτηση είναι αυτή; Φυσικά καίει.
Β.- Βάλε το χέρι σου μέσα της.

Α.- Παλάβωσες; θα πάθω έγκαυμα.
Β.- Και τι έγινε; Θα αφήσεις τη φωτια να σ' εμποδίσει να βάλεις το χέρι σου μέσα της; Θα την αφήσεις να σε δεσμεύσει;

Α.- Βλακείες. Λες βλακείες. Υπάρχει κανένας λόγος να το κάνω αυτό; Οχι!
Β.-Αν όμως μέσα στη φωτιά έβλεπες να καίγεται η μάνα σου, τι θα έκανες; Δε θα έμπαινες να τη σώσεις, ενώ ξέρεις ότι μπορεί να καείς; Γιατί θα το έκανες αυτό;

Α.- Ε, άλλο αυτό, τότε θα ήταν με συγκεκριμένο σκοπό.
Β.- Ακριβώς! Το ίδιο γεγονός αλλάζει νόημα σύμφωνα με το κίνητρο. Στη δεύτερη περίπτωση δεσμεύτηκες από την αγάπη σου για τη μάνα σου, η οποία ταυτόχρονα σε αποδέσμευσε από το φόβο της φωτιάς, έτσι δεν είναι;

Α.- Υποθέτω... δεν ξέρω τι θα έκανα.
Β.- Μπορείς, βλέποντας τη μάνα σου να καίγεται, να σκεφτείς "δεν είναι αλήθεια, στην πραγματικότητα η φωτιά δεν καίει, είναι δροσερή, απορώ γιατί ουρλιάζει η μάνα μου..."; Ακόμη κι αν το σκεφτείς αυτό, πιστεύεις ότι έχεις τη θαυματουργική δύναμη να κάνεις τη φωτιά δροσερή μόνον με τη σκέψη;

Α.- Οχι βέβαια.
Β.- Βλέπεις, λοιπόν, ότι κάτι που σε ορίζει από τη μια σε ελευθερώνει από την άλλη. Μπορεί εσύ να βλέπεις τη δέσμευση της αγάπης ως περιορισμό. Ας άφηνες, όμως, τη μάνα σου να καεί κι ας μη δεσμευόσουν από την αγάπη. Θεωρείς ότι κατόπιν θα ήσουν ελεύθερος, ή μήπως θα σε τυραννούσαν αιώνια οι ενοχές; Οι ενοχές είναι φρικτή και αποτρόπαιη δέσμευση της ψυχής και είναι ίσως η μόνη δέσμευση που δεν προσφέρει ΤΙΠΟΤΕ σε αντάλλαγμα. Ο μόνος τρόπος να απαλλαγείς απο αυτές είναι η συγγνώμη, όταν αυτή είναι εφικτή. Πολλές φορές δεν είμαστε τόσο τυχεροί ώστε να μπορούμε να ζητήσουμε συγγνώμη και να προχωρήσουμε... αν άφηνες τη μάνα σου να καεί, δε θα μπορούσες ποτέ να ησυχάσεις, ούτε να ζητήσεις συγγνώμη. Η ενοχή θα σε κρατάει για πάντα δεμένο στο παρελθόν και θα σου στερεί το τώρα.

Α.- Μάλλον.
Β.- Ποιά, λοιπόν, είναι η ελευθερία του "κάνω ό,τι θέλω", όταν αυτή σε φέρνει σε σύγκρουση με τους άλλους και σε κάνει σκλάβο της κάθε ανεξέλεγκτης παρόρμησής σου και σκέψης σου, όταν αρνείσαι να παραβείς τους φόβους σου και οχυρώνεσαι υπερασπίζοντας ένα ΕΓΩ, το οποίο δεν υπάρχει, εαν δεν ΣΥΝυπάρχει; Τι νόημα έχει να υπάρχεις αν δεν υπάρχει κανείς να του το προσφέρεις; Υπάρχεις μόνο για σένα, λες και εσύ κι εσύ είστε δυο διαφορετικά πρόσωπα; Όταν είσαι υποχείριο των ενοχών σου, όταν η ανάγκη σου να προβληθείς μέσα από λόγια αντί από έργα σε καταναγκάζει σε μια υπερπροσπάθεια που κανένας, ούτε εσύ ο ίδιος κατά βάθος, δεν εκτιμά και σου προσφέρει μόνον κούραση; Όταν, για να ξεφύγεις μια αλήθεια που δε σου αρέσει, κατασκευάζεις όμορφες εικονικές πραγματικότητες, με κόστος την ψυχική σου ισορροπία; Όταν στερεί από το συναίσθημά σου την ικανότητα να γίνεται πράξη και βίωμα πέρα από λόγια και το εγκλωβίζει μέσα σε μια αρνητική νεύρωση, αποστασιοποιώντας σε από τα κύρια χαρακτηριστικά της ανθρώπινης ψυχής, που είναι η συναίσθηση και του νου, που είναι η αυτοκυριαρχία;

Α.- Δε μου αρέσουν αυτά που λες. Δεν είναι έτσι. Δεν κάνω τίποτε από αυτά. Απλά θέλω να ζήσω τη ζωή μου και να περνώ καλά, χωρίς εντάσεις, χωρίς πολλή σκέψη, χωρίς να υπεραναλύω το καθετί, να τα έχω καλά με όλους, να είμαι αδέσμευτος, ανεξάρτητος, να μη δίνω λογαριασμό σε κανέναν.
Β.- Πολύ καλά, είσαι ελεύθερος να το κάνεις, είσαι ελεύθερος να επιλέξεις ακόμη και την ανελευθερία. Λογαριασμό όμως δίνεις ούτως ή άλλως στον εαυτό σου, και αυτό δε μπορείς να το αποφύγεις με κανέναν τρόπο. Γιατί μέσα σου πάντα ξέρεις. Πες μου όμως, είσαι σε γαλήνη μέσα σου, ή έχεις άγχος;

Α.- Είμαι χαρούμενος, όταν δε μου σπας τα νεύρα.
Β.- Σε ρώτησα αν έχεις γαλήνη, όχι αν είσαι χαρούμενος...

Α.- Προσπαθώ να είμαι.
Β.- Κι από άγχος;

Α.- Αρκετό.
Β.- Η διαφορά είναι ότι, αν έχεις γαλήνη μέσα σου, αυτή τη γαλήνη που προέρχεται από την αποδοχή του εαυτού μας, όποιος και αν είναι αυτός, από την αποδοχή των ατελειών μας αλλά κυρίως από την αποδοχή ότι μπορούμε να γινόμαστε καλύτεροι όσο πιο κοντά ερχόμαστε στην αλήθεια, τότε δεν χρειάζεται να ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΣ να είσαι χαρούμενος, διότι τότε η χαρά είναι κατάσταση κι όχι επιβολή. Αν προσπαθείς να είσαι χαρούμενος, κάτι δεν πάει καλά. Η διάσταση με την αλήθεια που όλοι γνωρίζουμε για τον εαυτό μας είναι αυτό που μας προκαλεί το άγχος. Διάσταση, ένταση, τριβή...άγχος. Σίγουρα υπάρχουν αιτίες και δικαιολογητικά για όλ'αυτά, αλλά μέχρι ένα σημείο.

Α.- Και εσύ τώρα γιατί ασχολείσαι με μένα και κάθεσαι και μου τα αραδειάζεις όλα αυτά;
Β.- Για δυο λόγους: πρώτον, για να τ' ακούω και να τα συνειδητοποιώ κι εγώ, μια και είναι πράγματα που αφορούν όλους τους ανθρώπους, λίγο ή πολύ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο καθένας απο μάς χάνει το χρώμα του ή την ατομικότητά του επειδή εντάσσεται κι αυτός σε όσα αφορούν το ανθρώπινο γένος...

Α.- Κι ο δεύτερος λόγος...;
Β.- Γιατί σ' αγαπάω. Αλλά αυτό θα το συζητήσουμε άλλοτε.

Friday, May 30, 2008

[...ήδη θα το καλάλαβες...]


Μέρες τώρα λεω, θα γράψω κάτι στο blog. Δεν είναι κάτι στο νου, μόνο μια αίσθηση τριγυρνοβολάει τη σκέψη σαν σπουργίτης γύρω από μουριά. Είναι καιρός που δεν εκφράστηκα. Είναι καιρός που το γράψιμο φαίνεται στείρο και μυρίζει κενό. Πρόσφατο ταξίδι στο Παρίσι, γεμάτο εντυπώσεις. Ακρόαση, περίπατοι, μουσεία... κι όμως, η σκέψη ραθυμεί. Λες και προσηλώθηκε εμμονικά σαν κείνα τα σκυλιά τα κυνηγιάρικα που σηκώνουν τόνα πόδι και ευθειάζουν την ουρά δείχνοντας προς το θύμα. Pointer, θαρρώ, τα λένε. Μόνον που στην περίπτωσή μου το θύμα είμαι μάλλον εγώ. Σαν ποιά κεντρομόλος με τραβά με έλξη φωτοτροπισμού προς τη φλόγα; Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη; Τι είναι εμμονή; Τι είναι φως;

Παρίσι, λοιπόν, κι εγώ (π)ανέτοιμος για μια ακρόαση στο Chatelet. Η φωνή σε άσχημη κατάσταση από κρύωμα. Δεν ακυρώνω όμως. Δεν ακυρώνονται αυτά. Τους τραγουδώ Amor tiranno. Πριν το έχω πει εξαιρετικά καλά, στην πρόβα. Μέσα στο θέατρο δεν ακούγομαι καλά. Με πιάνει πάλι αυτή η σκουριά της απραξίας τόσων μηνών, η ανεργία ανέρχεται στο λαρύγγι και δεν αφήνει να μιλήσει η ήδη άρρωστη φωνή. Κάνω το καλύτερο που μπορώ, τελειώνω και φεύγω. Ήμουν τελευταίος. Κατόπιν βόλτα ως το σπίτι με τα πόδια. Στη Βαστίλλη έχει απεργίες, διασχίζω το πλήθος που καρναβαλίζει ντυμένο με συνδικαλιστικά απεργιακά γιλέκα - πολιτισμένη χώρα η Γαλλία - και φτάνω σπίτι μεσω της οδού de la Roquette. Αρχίσουν οι διακοπές και οι βόλτες γι' άλλες τρεις μέρες. Το μυαλό μου εμένα στην Ελλάδα.

Εκεί υπάρχει ο γιος του Κενταύρου, εξίσου πολύξερος κι εξίσου πείσμων, γόνος των αργοναυτών των ταξιδιάρηδων. Και σκέφτομαι τώρα τα ταξίδια, αυτό στο Παρίσι, αυτά που γίνανε, αυτά που έρχονται, τα παλιά, τα μελλούμενα. Αν θα με φωτογράφιζα τον τελευταίο καιρό, θά 'βαζα τίτλο “Ο σκεπτικός”. Αργοναυτική εκστρατεία και Οδύσσεια. Δυο μεγάλα ταξίδια, τραγουδισμένα και αγκιστρωμένα στο πάνθεον της Ελλάδας. Ήρωες όλοι, αλλά τόσο διαφορετικοί οι σκοποί. Κολχίδες και Ιθάκες, επίθεση κι επιστροφή. Κανένα δεν θα υπήρχε δίχως το σκοπό. Κι αν ήταν πλούσια η Κολχίδα, κι η Ιθάκη πτωχική, ήταν αυτή η τελευταία που δε μας γέλασε, γιατί την ξέραμε από πριν. Χωρίς Ιθάκη και πατρίδα τι οδύσσεια, χωρίς Κολχίδα και Χρυσόμαλλο, γιατί συμπληγάδες; Όλα έχουν το στόχο τους, μα είναι αυτός που καθορίζει το χρώμα του ταξιδιού. Αν πιότερο αξίζει το ταξίδι ή ο στόχος, ποιός θα μας το πει;

Αφυπνού, Περσεφόνη.






Ακρωτήρι Ταίναρο, όπου οι ψυχές αφήνουν το βήμα και βουλιάζουν στα μαύρα βράχια πού 'ναι τα χείλη του Πλούτωνα, να τις καταπίνει ανεπιστρεπτί. Λίγο πριν η στεριά γίνει θάλασσα, ο ναός του Ποσειδώνος, που η Περσεφόνη τον νέμεται και γεννάει έλεος από το δάκρυ των ζωντανών και από τα τάματα πλέκει ευμενίδες προσφορές στον κύρη της. Εκεί, στο δάχτυλο της γης που πλέει στα νηστικά νερά, στέκει στο νύχι απάνω ο φάρος, στο τέλος απ' το μονοπάτι της στεριάς και ορίζει μονοπάτι της θάλασσας και των χαμένων ψυχών. Αενάως ο ήλιος βουλιάζει κι εκτοξεύεται και το φάος του ρουφάει ο φάρος τη μέρα κι εκπέμπει ράβδους από μάτια, μεσούσης της νυκτός. Πάνω στο ερείπιο ζει και στροβιλίζεται μόνον το φάος, κοιμάται ο άνεμος και εκείνο κρέμεται στο μεταίχμιο γης, θάλασσας, ουρανού και Αδη. Εκεί σε μάλωσα, σε απώθησα και σε έτσουξα, εκεί με χτύπησες πάνω στην πληγή, όπως κάνεις πάντα από αδυναμία και φόβο... Μα δεν μπορώ παρά να είμαι ο φάρος σου και το ξέρεις. Είναι, ωστόσο, στο χέρι σου να δεις από τι σε διώχνει ο φάρος, από τι θέλει να σε φυλάξει... Μετά βεβαιότητος όχι από τον εαυτό του.

Σ'αυτόν τον Άδη που ζούμε, η αγάπη που ανάβει το φάος του φάρου, που στέργει, που φυλάγει, που ορίζει, που αληθολογεί, πού 'ναι αναμφισβήτητη σαν την ίδια την ύπαρξη, πληρώνεται με επιταγές απομάκρυνσης. Οι φάροι πάντα στέκαν μόνοι. Το ίδιο και η αλήθεια.

Friday, March 21, 2008

Γέροι, κορέλες, φράγκοι και άλογα.




Στη Σκύρο φτάσαμε βράδυ. Καθώς περίμενα να ξεμπαρκάρω στη γραμμή των αυτοκινήτων στην κοιλιά του πλοίου, ένα τσούρμο Γέρων όρμησε με εκκωφαντική χλαπαταγή μέσα στο βαπόρι υποδεχόμενοι τους επισκέπτες, σείοντας τις εκατοντάδες ορειχάλκινες κουδούνες που ήσαν ζωσμένοι. Όσοι έχουν βρεθεί στο νησί τις μέρες αυτές ξέρουν το έθιμο. Θόρυβος παντού, τόσος που λες μετά από λίγο πως δεν υπάρχει άλλος ήχος στη φύση, γίνεται χαλί ο κρότος και νήμα γερό που σου τρυπάει τ'αυτιά και κρεμάει το κεφάλι σου να αιωρείται απ'τον αιθέρα, μη πατώντας, λες, στη γη. Παλινδρομούν τη μέση ρυθμικά και οι κουδούνες λαλούν, καθώς οι κορέλες τους προκαλούν με τα λευκά μαντήλια τους σε εκδηλώσεις διονυσιακές. Εντυπωσιακό στην αρχή, κουραστικό μετά από λίγο, όταν το γλέντι συνεχίζεται στα στενά της Χώρας.

Η Σκύρος είναι ριγμένη καταμεσίς στο βόρειο Αιγαίο και ισορροπεί στη διελκυστίδα των ρυθμών, των ηθών και του ανήκειν. Μόνη στο χάρτη, μόνη και στους τρόπους, αναζητά ακόμη κι αυτή η αναζήτηση είναι ο χαρακτήρας της. Μισή Κυκλάδα, αλλά όχι ολόκληρη, μισή Σποράδα αλλά και πάλι όχι, δυο βουνά εκατέρωθεν, θάλασσες μεν και δε, και τ'άγρια αλογάκια της σχόλιο στην ιδιαιτερότητα. Δεν έχει ντόπιους χορούς, είπανε. Έχει όμως πολλή Ελλάδα και γνήσιους Έλληνες. Τη ζήσαμε τρεις μέρες, δύο εμείς, και τη ζωγραφίσαμε μες τις φωτογραφίες. Είδαμε τη θαμμένη ποίηση, το ορεινό λιβάδι που ποτίζει τ'άλογα, την αμμουδιά που γράψαμε τέσσερα γράμματα μα σβήστηκε η γραφή από δάκρυα, τα πήλινα ψάρια και τη μοναξιά πούχει το πρωινό ξύπνημα σαν είσαι άγαλμα σε ψηλή πλατεία. Αν είσαι από μέταλλο ή πέτρα, δεν τη νιώθεις. Έλα όμως που εμείς γινήκαμε από σάρκα και συναίσθημα φωτιά, σαν τον ήλιο που δύει πίσω από το βράχο της Χώρας και βάφει πυρά τ'άσπρα κυκλαδόσπιτά της. Η νύχτα πέφτει ρυθμικά μετρώντας τις πέτρες στο καλντερίμι με το χτύπημα του σφυριού του τσαγκάρη που φτιάχνει τροχάδια, παραδοσιακά υποδήματα από δέρμα. Ανεβαίνει από την μικρή κοιλάδα στη ρίζα του βράχου και τον τυλίγει σα μαύρο μετάξι πέπλο, φίμωτρο στις φωνές της μέρας που τελευταίο της οχυρό το μοναστήρι στην κορφή. Εκεί κλείνεται το φως και μένει ζωντανό σ'ένα καντήλι όσο βαστάει το σκότος και μετά γλιστρά απ' τη χαραμάδα της καστρόπορτας κι αγγίζει τον ορίζοντα στην ανατολή. Και σηκώνεται το σκοτεινό πέπλο και κρύβεται κάτω απ'τα πεύκα στο βόρειο βουνό, κρύβεται στα πάμπολλα ξωκλήσια που μένουν κλειστά, κρύβεται στα χαλάσματα και κάτω απ' τα κατάλευκα βότσαλα του γιαλού.

Εσύ ήσουν φως και σκοτάδι. Δεν ξέρεις ακόμη, δε νιώθεις. Το βρήκες αυτό που ζητούσες να βρεις, μα δεν ξέρεις ότι το ζητούσες. Ένα αλογάκι έφαγε απ' τα χέρια μας, η άγρια αδάμαστη φύση τίμησε την παρουσία μας. Στο δρόμο, μετά τον τάφο η ζωή. Μην τη διώχνες καταβρέχοντάς την με μπουκάλια δάκρυα.

Thursday, February 28, 2008

Ο ήλιος του απογεύματος


Σ'αγαπάω γιατί υπάρχεις. Γιατί υπάρχω. Γιατί το ξέραμε, γιατί το θέλαμε κι ας λέγαμε πως όχι. Γιατί κοιτάξαμε τον ίδιο ήλιο του απογεύματος, γιατί αγγίξαμε τη μέθη της θάλασσας, γιατί ενωθήκαμε στην αγκαλιά μιας νύχτας από γιασεμί, γιατί στη βρύση με πιτσίλισες νερό κι εγώ φιλιά κατόπιν, γιατί τα χέρια μας ταιριάξανε το ένα μέσα στ' άλλο, γιατί τα χείλη μας υφαίνουν κείνους τους ιστούς που μάς κρατούν μαζί ακόμη κι όταν χώρια, γιατί είμαι η ζέστη σου κι είσαι η δροσιά μου.

Σ' αγαπώ γιατί σε βλέπω, γιατί σε μυρίζω, γιατί σ' ακούω, γιατί σε γεύομαι, γιατί σ' αγγίζω. Όλα. Όχι λιγότερο απ' αυτό. Σε ζορίζω, με τρελλαίνεις, με διώχνεις, σε στριμώχνω, σε μαλώνω, με πειράζεις, μου δίνεσαι, σε παίρνω, σου δίνω, με δέχεσαι. Χρυσάφι κυλάει στο νερό την ώρα του μαζί, λαμπρό αυτό κι εμείς φιγούρες σκοτεινές που απολαμβάνουν. Είμαι το μωβ στο ζουμπούλι και το δεντρολίβανο του παραθύρου σου, εκείνο που βλέπεις κάθε που ξυπνάς και που σε βλέπει όσο εσύ κοιμάσαι, που άντεξα στο χειμώνα και χαίρομαι όταν βλέπω την άνοιξη στο πρόσωπό σου, που είναι το πιο όμορφό της σπίτι. Γλυκιά τυράννια σαν το μέλι ο έρωτας, τσίμπημα ο πόθος και κεντρίζει την έκσταση. Φάγε απ' το μέλι που σου δίνω, δος μου το μέλι σου να πιώ. Στο έβδομο φεγγάρι χύνουμε το ασήμι όχι με την τύχη, αλλά με την αγάπη πια και με τη θέληση.

Σ.Α.Γ.Υ., για σένα που το ξέρεις.

Tuesday, February 26, 2008

Maria D. Lafitte - Καλό ταξίδι, ψυχή.





Η Maria Dolors πέταξε στις 15 του μήνα Φλεβάρη. Το περασμένο καλοκαίρι περάσαμε μέρες τραγουδιού στον Άγιο Λαυρέντη, μόλις έξι μήνες πριν. Συναυλία της στις 23.08, μέσα στα πυκνά φυλλώματα, απόκοσμη, μυστηριακή, αλλόκοτη, αλλοτινή κι εγώ κρεμασμένος από τα κλαδιά, να την ακούω. Στα 58 της χρόνια ξεκίνησε για αιθέριους τόπους, με την παιδιάστικη φωνή που ερχόταν απ' το παρελθόν και το ενσωμάτωνε με τόση μαεστρία στο άτυπο παρόν μας. Ένα παρελθόν που μιλούσε γι΄αξίες, γι΄ αγάπη, για έρωτα, δόσιμο, έκσταση συναισθήματος και χαρά μέσα στην απλότητα της ζωής.

Εκείνη αγαπούσε το νερό, μιλούσε κι αγκάλιαζε τα δέντρα, μάθαινε να τραγουδάει ηπειρώτικα πολυφωνικά τραγούδια και φορούσε πάντα το χαμόγελο. Κάναμε παρέα οι δυο μας. Καταλαβαίναμε. Ήταν απο κείνους τους ανθρώπους που μιλούν και με τη σιωπή τους, που οι καρδιές τους ακτινοβολούν χρώμα και στις πλάτες κουβαλούν το βάρος του προτύπου, μια από τις τελευταίες τροβαδούρους ανόσιων καιρών που σφάζουν την τέχνη με γιαταγάνι το χρήμα, μια αγνή Άνθρωπος διαποτισμένη από Αγάπη. Ο Θεός την πήρε, την έκαμε φλόγα κάνοντας στάχτη ό,τι φθαρτό είχε πάνω της και η κηδεία της γιορτή για τους γνωστούς και φίλους, όπως το ήθελε εκείνη. Τελευταία φορά που την είδα, μού έδωσε ένα δίσκο της γεμάτο μουσικές των τροβαδούρων. Τον ακούω συχνά. Τρώγαμε μαζί, τα χέρια της κρατούσαν το ποτήρι το νερό και το ευλογούσαν, αγκάλιαζαν τον πλάτανο εκεί στην πλατεία και του'λεγαν 'ευχαριστώ' για τη σκιά, για τη δροσιά και για τη συγκυρία. Κι αυτό το απόσπερο της 15ης του Φλεβάρη, ντύθηκε στα πράσινα η ψυχή της και σβέλτα, αθόρυβα - κι ας ήτανε λευκόκωμη, είναι που δεν άσπρισε ποτέ η καρδιά της - πέταξε πίσω από τον άγγελο, όπως φεύγουνε πάντα οι τροβαδούροι, οι ουκ έχοντες πού την κεφαλήν κλίναι, για να αλαλάζει με τους αγαπημένους της ψηλά εκεί, να υμνεί την αγάπη στην Αγάπη.

Θα μας λείψεις για πάντα, Μαρία Ντολόρς.

Friday, February 22, 2008

Σύνθεση από φεγγάρι, σύννεφο και αντέννες


Μακρόσυρτη απουσία από τις καταγραφές, μια και η ζωή πηγάζει έντονη τον τελευταίο καίρο από τα βράχια του έρωτα, θέτοντας σε κίνηση υλικά και ιδεατά γρανάζια. Οι αντέννες μου ανοιχτές, συνέλαβαν το σήμα της έλξης και συντονίστηκαν στο ατέρμονο γαλάζιο, που όμως εγκολπώνει εξίσου στοργικά τη σελήνη και τα σύννεφα. Τα αεικίνητα πινέλα του χρόνου βάφουν στα μάτια μας εικόνες μέσα από το απαρέγκλιτα σταθερό και συνάμα αείζωο motus perpetuum εκείνου που, φαινόμενος ακίνητος, ξεγελάει τους πρωταθλητές της ζωής στο νήμα του τερματισμού. Έκτο φεγγάρι πλησιάζει, έκτο από τότε του Αυγούστου, όταν στην ίδια φάση του ξόρκισε δαίμονες της μόνωσης κι έφεξε δαίμονες της μοναξιάς, πάνω σε πέτρες αγκαλιασμένου από γαία γιαλού. Μες την καρδιά κρατήθηκε η θέρμη εκείνης της βραδιάς, κι αν τώρα σύννεφα χιονιού εφίπτανται εκτός κι εντός, πάντα ελπίζω πως ο ήλιος και η αλήθεια θα νικήσουν. Πάντα η σελήνη της δωδέκατης ημέρας ας ανατέλλει στη γωνία όταν τα χείλη εκστομίζουνε πληγές, όταν τα μάτια μας ξεχνούν πως αγαπιούνται κι επιτρέπουν σε αλλότρια σύννεφα ομίχλες. Σ.Α.Γ.Υ., για εκείνον που κατάλαβε.

Thursday, October 04, 2007

Γωνήλιον ουρανογώνι.


Συμβαίνει κάθε μέρα. Ορατό ή αόρατο, εφικτό ή ανέφικτο, συνηθισμένο ή μοναδικό. Πολωτικά τα πράγματα γύρω μας. Έχουμε όλοι πιάσει τις γωνιές μας, πολεμώντας τις αντικρυνές γωνιές, ξεχνώντας την αγαλλιάση του μαζί. Γαλάζιο και κόκκινο, μα τι ποικίλματα ενδιάμεσα!

Saturday, September 15, 2007

Κάπα Βήτα



Είναι φανταχτερό. Λάμπει στη σύγχρονη βιτρίνα. Τα παλιά φανάρια χλωμιάζουν στη θωριά του. Καμαρώνει, καλογυαλισμένο και φανφαρόνικο, απομονωμένο και δακτυλοδεικτούμενο, διαφημίζοντας μόνον τον εαυτό του, αυθύπαρκτο αλλά και αποκεκομμένο. Όσο κι αν στήθηκε για να στολίζει, δεν παύει να είναι απλώς ένα Κάπα Βήτα. Κέρατο Βερνικωμένο.

Friday, September 14, 2007

Quote.

"...Είναι στ'αλήθεια μαγική αυτή η στιγμή που - όσα χρόνια κι αν έχουν περάσει που γνωρίζεις τον σύντροφό σου - μπορείς να εκπλήσσεσαι ευχάριστα ανακαλύπτοντας μια νέα πτυχή του, φωτίζοντας από μια διαφορετική γωνία το ίδιο σώμα που σε έχει αγκαλιάσει τόσες φορές, το ίδιο μυαλό που ξέρεις ότι σε σκέφτεται και σ' αγαπάει." [...]

Excerpt from blog : Is there life after birth

Τα ΡΩ του Ερωτα.



ΡΩ, έΡΩτας παΡΩν
αρΡΩστια άκΡΩς πυΡΩμένη.
ΜηΡΩν ζαΡΩματα
χειΡΩν τΡΩτές αναρΡΩτήσεις
μυΡΩνουν στΡΩματα
κηΡΩν αΡΩματα
χοΡΩν ΡΩμαίικων πΡΩτηχήσεις
νεΡΩν αρθΡΩματα.

ΛαμπΡΩν ζεφύΡΩν ανθηΡΩν σκαΡΩματα
μικΡΩν αντΡΩν ζαχαΡΩμένα χΡΩματα!

Tuesday, September 11, 2007

Στο παλιό λιοτρίβι.


Το φιλοπαίγμον πινέλο ζωγράφισε πάνω στο χάρτη φιδωτό το δρόμο που σε φέρνει στον Άγιο Λαυρέντιο, ως εκ τούτου η άσφαλτος δε θα μπορούσε να παρεκκλίνει από το επί χάρτου. Έντεκα χιλιάδες μέτρα μήκους και εξακόσια εβδομήντα ύψους μακριά απ΄ τις εκβολές του Βρυχώνα βρίσκεσαι στις εκβολές ενός άλλου κόσμου, νεκροζώντανου, που θυμίζει πόσο κάποτε ζούσαμε και πόσο τώρα όχι. Το νερό παίζει παντού με τις πέτρες, τα δέντρα, τα μάτια, τ' αυτιά και τα χείλη μας και χορδίζει την άρπα των ανέμων καθώς αυτοί μονομαχούν με τα φύλλα του τριακοσιετούς πλατάνου που αγκαλιάζει σα κλώσσα την πλατεία και όλα τα μουσόπουλα που είναι μαζεμένα εκεί για να περάσουν ακόμη μιαν ερωτική ανάκληση της εφηβείας τους σ' αυτόν τον λάγνο τόπο.

Το χωριό ζει μιαν ακμή παρελθόντων χρόνων αυτές τις λοίσθιες του Αυγούστου. Ο ήχος πανηγύρι και κιλίμι που απλώνει τα κρόσια του στα μαρμαρένια βεραντάκια, που τον φέρνει ο άνεμος να ροβολάει μαζί με το Βρυχώνα ίσαμε την Αγριά χαμαί. Αδέρφια όλοι. Κι εραστές της μουσικής και αλλήλων. Το δάσος πρόσφορο, η σελήνη θυμιατήρι και η Παναγιά η Σουραυλού κρατάει καλά τα μυστήρια της δικής μου θείας λειτουργίας. Η ψαλμωδία κι ο έρωτας είναι παιδιά του Θεού. Οι φωνές που σωπαίνουν από έκστασι, οι σιωπές που λυγμαίνουν και το μυστικό φιλί επάνω απ' το κερί, γι' αυτά να ζήσης, γι' αυτά να νεκρωθή το εγώ για το εσύ. Το χέρι-χέρι της δροσιάς, το νυχτερινό πιάνο και η φεγγαράδα στο δέρμα χειλιών αγκαλιασμένων. Στο καλντερίμ αντάμα κόπρανα και νυχτολούλουδα, άνθρωποι κι άνθρωποι στις ίδιες πέτρες ολισθαίνουν. Και στις γλυστερές ματιές των οι καρδιές.

Εις το παλιό λιοτρίβι ο μύλος είναι πια γρανάζι μοναχό χωρίς λαλιά. Απέσβετο λάλον ύδωρ. Η πολυτέλεια άδει τη συντέλεια των αγνών. Ο πανταχού παρών πλάτανος φυλλορροεί, ένεκα η ζέστη. Τα παιδία παίζει στην αυλή. Εγώ μόνος στο αφιλόξενο κρεβάτι μου απαριθμώ φατνώματα και σκέψεις, όπως ο ήλιος διασχίζω το αστερέωτο. Πάλι κι απόψε συναυλία, όπως και αύριο και χτες. Πότε πάνω, πότε κάτω απ' τη σκηνή, μά όλοι αντάμα. Σε πολλές χαρές που πήγα, φωνεί η ηπειρώτισσα. Πέρα σε κείνο το βουνό, κοντούλω μ' τι με μάρανες, κλήμα ήταν φυτρωμένο, έλα, μαυρομμάτα μ', έλα. Πόσο καιρό, λογίζομαι, έχω να πάω σε χαρές.

Τελευταία μέρα (ή, έτσι πίστευα) το πρωί, όλοι στην πλατεία για το μεγάλο αντίο, που έγινε εξαπιναίως καλωσόρισμα εκεί, στη ρίζα του αιώνιου πράσινου πλατάνου με το πράσινο τραγούδι και με την πράσινη ίριδα που αργότερα βυθίστηκε στη θάλασσα του κάστρου, ανάμεσα σε ανθρώπινα μέλη και σαξόφωνα. Κι όταν αργότερα πολύ εβγήκε πάλι η θυμιατίστρα η σελήνη, σα παπαδάκι λαμπερό και με τα σύννεφα καπνούς να βγαίνουν απ' το στόμα της, όλα μας τα "γιατί" απαντήθηκαν μεμιάς, τόσο άρρητα εκτενώς που μας ετρόμαξε η πολλή αλήθεια, η πολλή ελευθερία κι η πολλή χαρά, σαν νάταν για ποινή ο φόβος μας. Μα η στιγμή απ' τη δύναμή της χαράχτηκε στο στύλο και στο μπλέ παράθυρο που κοιτάζει τη δύση και τόσο μας άρεσε, εκεί στο μονοπάτι προς το θαλασσένιο κάστρο με την πιτσιλίχτρα βρύση απέναντι από το γιασεμί. Τα παιδιά του είναι τώρα μαραμένα στο ράφι μου, το άρωμά του όμως τυλίγει με μετάξι την καρδιά μου.

Ο Άγιος Λαυρέντιος μπορεί να υπομένει την επάνοδό μας: την επάνοδο της ζωής στην πέτρα του καλντερίμ και των ονειρογρίφων μας που, όπως λένε, είναι ζυγιασμένοι ανάμεσα στους πόθους και τους φόβους μας.

De somnibus et civitatibus.

"...ό,τι είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς, μπορεί και να το ονειρευτεί αλλά και το πιο αναπάντεχο όνειρο είναι ένας γρίφος που κρύβει μια επιθυμία ή το αντίστροφό της, μια φοβία. Οι πόλεις, όπως και τα όνειρα, είναι χτισμένες με επιθυμίες και φοβίες, παρότι το νήμα που τις συνδέει είναι μυστικό, οι κανόνες τους παράλογοι, οι προοπτικές παραπειστικές και κάθε πράγμα κρύβει ένα άλλο πράγμα... και νομίζουν ότι είναι έργο του μυαλού ή της τύχης..."

Ιταλο Καλβίνο: Οι αόρατες πόλεις.

Thursday, September 06, 2007

Volver

Επιστρέφω. Σε μια ηχορρυπαρή πόλη μετά από διαμονή σε ορεινό πηλιορείτικο χωριό. Σε μια καμμένη χώρα μετά από ώρες φυσιολατρικών εξερευνήσεων. Στη ζωή του πολίτη μετά από στρατιωτική θητεία. Στη χαρά της δουλειάς μετά από μήνες απραξίας. Στις σοβαρές αποφάσεις μέλλοντος μετά τη χαλαρή άφεση στην ημερησία διάταξη της καλοκαιρινής ραστώνης. Στο blog μου μετά την αφωνία μηνών. Και στα ακραίωρα μονοπάτια του ανοίγματος, μετά από περίοδο αυτοεγκλεισμού! Αυτό είναι ένα πρελούδιο σε ήχους volver.

Tuesday, July 24, 2007

Lacrimosa dies.


Ο Γιάννης κι ο Δημήτρης δεν υπάρχουν πια.
Έπεσαν χτες νικημένοι απ' τη φωτιά.
- requiem aeternam dona eis, Domine.
Πέθαναν χτες νικώντας το θάνατο
που μάς επιβάλλουν οι εξουσίες.
- et lux perpetua luceat eis.
Κάψαν στη φωτιά μαζί με τις σάρκες τους
όλα τα ξεραμένα λόγια των πολιτικών.
- quid sum miser tunc dicturus?

Πότισαν με ιπτάμενα ύδατα ανδρείας,
με κύματα ακατάβλητου ηρωισμού,
με σύννεφα αιθέριας περηφάνιας
και με αστείρευτες πηγές δακρύων
όλους αυτούς που στάθηκαν στο πλάι τους.

Το κίτρινο υδάτινο πουλί τούς πρόδωσε,
εκείνοι δεν πρόδωσαν ποτέ τον όρκο τους
- voca me cum benedictis
"ως πιστός και φιλότιμος στρατιώτης"
ούτε μια Ελλάδα που καίγεται από φλόγες
- flammis acribus addictis
κι από ανίκανες μετριότητες
- confutatis maledictis
κι από εμπρηστές - πλέον δολοφόνους

Θυμήσου, Κύριε τα παιδιά σου
- recordare, Jesu pie
σήμερα που έρχονται κοντά Σου.
- ne me perdas illa die.

Είθε η φωτιά απ' τους δρυμούς και τις αθώες κοιλάδες
να κατεβεί καλπάζοντας στο Σύνταγμα.
Είθε οι καπνοί που τους έπνιξαν με δόλο φονικό
να θολώσουν τα μαύρα σχέδια των ατίμων.

Ο Γιάννης κι ο Δημήτρης και οι άλλοι,
οι γενναίοι που τελευτούν για τους δειλούς,
είναι όλοι τους ήρωες,
στη ζωή και στο θάνατο.

Tuesday, July 17, 2007

Cocktail blues.


Η ιστορία αυτή δε θα λάβει χώρα σε εξωτικά μέρη, ή τουλάχιστον σε μέρη τα οποία πας έλλην κάγκουρας μετά συζύγου και Jeep θεωρεί εξωτικά, απαξιώνοντας απαρεγκλίτως και συλλήβδην τα εγχώρια. Ουχί. Η ιστορία αυτή θα εκτυλιχθεί εις ελληνικήν παραλιόραβδον (beach bar, gia tous omilountas apsoga tin aramaikin...), ανήκουσα εις ξενοδοχείον έκτακτον, μεσούσης της νυκτός, όταν τα αλαλάζοντα πλήθη εγκαταλείπουν αγάλι τον αγώνα της διασκέδασης με σκοπό τον εμετό, το σεξ και τον ύπνο (με οποιαδήποτε σειρά). Θα την πασπαλίσουμε με αστερόφως και καθόλου σεληνόφως το οποίον μπορεί να αποβή ξενερωτικόν εάν η σελήνη κατσικωθή και δε λέει να κρυφτή και να μας αφήση στο ποθητόν σκοτάδι. Ζωγραφίζουμε, λοιπόν, το μπαράκι: πλακόστρωτος πάγκος με πλακάκι μπλου, καλαμωτή για σκέπασμα και γύρω φοίνικες. Χαμηλό φως απο πυρσούς, χιλιάδες μποτίλες στο οπτικό μας υπόβαθρο και μέσα απο αυτές τα ποτά γυροφέρνουν τις διαθλάσεις και τα πνεύματά τους γεννούν μικρόκοσμους βιώσιμους για δευτερόλεπτα. Εκεί, στην ιστορία μας αυτή, διαφεντεύει ο Στέφανος, άνδρας εύρωστος, μελαγχροινός, όμορφος πέραν του ειωθώτος και με στροβιλίζον μυαλό που χύνεται μέσα από ένα ζευγάρι καταπράσινα μάτια και λαλεί ανάμεσα από δυο ιδανικά, υγρά και κυματώδη χείλη πολιορκημένα από το αξύριστό του πρόσωπο.

Ας τοποθετηθώ λοιπόν κι εγώ μέσα στην ιστορία. Νάμαι. Είμαι τοποθετημένος, θες από ένστικτο, θες από τύχη, θες από προμελέτη, σε ένα από τα ψηλά σκαμπώ απο μπαμπού. I wasn't here before, with the crowds. Ήλθα μετά, όπως φτάνει η γνώση και η ωριμότητα στα ελαφρά μυαλά, όπως χύνεται η ενδορφίνη στο αίμα ακολούθως του οργασμού, όπως ο λιγύφθογγος ύπνος χαϊδεύει τα βλέφαρα μετά το ξυλοκόπημα της κούρασης. Είμαι, θαρρώ, φτιαγμένος για να έρχομαι μετά, αλλά να φεύγω πριν. Το καίριον δεν το ένιωσα ακόμη. Είμαστε μόνοι μας με το Στέφανο και την βελούδινη μουσική ethnic που καθαρίζει το χώρο απο το προηγηθέν νταβαντουραχταρμοθύλευμα ουρλιαχτών και τυμπάνων το μέγεθος γηπέδου. Πίνω στα κόκκινα και φοράω τα σιελ και τα λευκά μου, που μού πάνε. Η strawberry marguerita είναι παγωμένη ενώ ο Στέφανος καυτός. Δε γνωριζόμαστε (καλά, άσε που εγώ ξέρω τα πάντα γι' αυτόν, επισήμως είμαστε άγνωστοι), αλλά εγώ τον έχω ενστερνιστεί εδώ και μέρες και γι' αυτόν ξενυχτώ και ριγώ κάτω χαμηλά. Απόψε όμως που έκανα το βήμα και ήλθα, δείχνω ατάραχος, θες το ποτό, θες η απόφαση.

Με πρόσεξε καθώς μπήκα στο χώρο του, γεγονός που έδωσε μια γερή σπρωξιά στην αταραξία μου και μού φιλοδώρησε ένα γερό γαργάλημα στο υπογάστριο, μαζί μ' αυτή την αίσθησι του αδειάσματος που βιώνει κανείς όταν ο πόθος του κατευθύνεται κι όταν ο έρωτας βυζαίνει μέσα του απ' τα βλέμματα τα γεμάτα νόημα. Σκαρφάλωσα στο πλησιέστερο σκαμπώ μα ο αυτοέλεγχός μου κατρακύλησε όταν με κοίταξε κατάματα καθώς ήταν ακουμπισμένος πλάτη στα ποτά του. "Καλώς τονε κι ας άργησε..." είπε. Η φωνή του καβάλησε πάνω στη μουσική και εισέβαλαν στ' αυτιά μου πλήρως εναρμονισμένες. "Καλησπέρα, κούκλε", είπα εγώ με κείνη την περίεργη διχοτόμηση προσωπικότητας που σε κάνει να μην αναγνωρίζεις την ίδια σου τη φωνή και να χάνεις τον έλεγχο του λεξιλογίου σου. Ακολουθεί εσωτερικός διάλογος κλασμάτων δευτερολέπτου, του στυλ: "Λωλάθηκες, ρε; Άκου, "κούκλε"! - γιατί, τι είπα; - Μα είναι δυνατόν, ακόμη δε σου μίλησε ο άνδρας κι εσύ αμέσως σαλιάρισες, λυσσάρη! - έλα τώρα, υπερβάλλεις, αφού είναι κούκλος και το ξέρει - Τι θα σκεφτεί βρε μαλθάκα, το παιδί; - τα καλύτερα, ελπίζω - ναι, σιγά, που πήρε κουμάντο το πουλί σου" κ.ο.κ. Τέλος εσωτερικού διαλόγου, κι εγώ παραγγέλνω το κόκκινο ποτό μου από τα χέρια του, τα οποία φαντασιώνομαι να ανακατεύουν το κορμί μου αντί τα οινοπνεύματα. "Είναι το χρώμα σου το κόκκινο", μου πετάει. Ναι, είναι. Πάντοτε ο πόθος στη φαντασία μου ήταν κόκκινος, το χρώμα αυτό με κεντρίζει, με γλυκαίνει, με συντονίζει στους παλμούς του έρωτα. Είναι ιδέα μου, ή με προσέχει πέραν του πελατειακού; Όποτε τον κοιτάω κατάματα, αρπάζει στον αέρα το βλέμμα μου και μού το αντισφαιρίζει σε πράσινο χρώμα ανεξερεύνητης ζούγκλας. Η ταραχή μου εντός ολίγου θα γίνει έκδηλη. Είμαστε μόνοι, η νύχτα συνάδει, το ποτό επίσης. Χρωματική πανδαισία και λάγνη μουσική. Πολύ θέλει ο άνθρωπος ν' ανάψει?

Στο σημείο αυτό η ιστορία μας αρχίζει και γδύνεται. Καθώς μου δίνει το ποτήρι, τα χέρια μας αγγίζονται. Τυχαία; Πώς με κοιτάει έτσι αυτός ο άντρας, Θεέ μου. "Κερασμένο!". Όχι, δεν είναι τυχαίο. Θα παίξω κι εγώ: "Μόνον αν με αφήσεις να το ανταποδώσω", λέω και καρφώνω τα μάτια μου μέσα του. Πιάνει την πάσα με το γάντι. "Φυσικά. Όμως, ελπίζω να μην το κάνεις από υποχρέωση". Αυτό ήταν, έχω τρελλαθεί. "Μόνον απέναντι στον εαυτό μου", απαντώ. Η σιωπή που ακολουθεί τραντάζει τα πάντα μέσα μου και ο παλινδρομικός ήχος του κύματος αποκτά αλάνθαστο συμβολισμό. "Σε λίγο θα το κλείσω", μου λέει. "Η θέα όμως από το μπαλκόνι μου είναι εξαιρετική". "Και προς τις δύο κατευθύνσεις, μέσα κι έξω", απαντώ. Αφήνει ν' αναβλύσει χαμόγελο και αρχίζει να σβήνει έναν-έναν τους πυρσούς, αναγκάζοντας τη νύχτα να ανέβει σκαλί-σκαλί από τη θάλασσα στο μπαρ. Όταν τελειώνει, έρχεται κοντά μου. Πια το σκοτάδι έχει κυριεύσει το χώρο, ίσα που φαίνονται τα πρόσωπά μας στην αίγλη των μακρινών φώτων. Εγώ καθισμένος ακόμη στο σκαμπώ, εκείνος όρθιος και πλησιάζει αμίλητος με κραυγαλέα μάτια. Εισβάλλει στο ζωτικό μου χώρο οδηγημένος απ' το μίτο που δέσανε τα μάτια μας. Τα ανοιχτά μου γόνατα γίνονται τώρα η φωλιά του. Η ενέργειά του με αγγίζει πρώτη, μετά η ανάσα του, το χέρι του πάνω στο δικό μου και τελευταία τα χείλη του που ψάχνουν το ταίρι τους στο ημίφως. Ανείπωτη η πρώτη επαφή, νιώθω ότι θα λιποθυμίσω και γραπώνομαι απο τη γλύκα του φιλιού που περνάει από την τρυφερότητα στο πάθος καθώς τα χέρια του κλείνουν μέσα τους το κορμί μου και τα γόνατά μου εγκλωβίζουν το δικό του. Απομακρύνει το πρόσωπό του ίσα για να με κοιτάξει και αμέσως βυθίζεται πάλι στο φιλί που, λες, μαγεύει τα λεπτά και τα κάμει ώρες. Αμίλητοι κι οι δυό μας, Στέφανε, μα οι καρδιές μας σαν τύμπανα σημαίνουν μέσα σε δάσος τροπικό, που ξέρεις σαν τ' ακούς πως ίσως κινδυνεύεις. Ο νεογέννητος πόθος, παιδί του φιλιού και της νύχτας μάς σηκώνει. Ο Στέφανος με παίρνει απ' το χέρι και, αφήνοντας πίσω μας το άφωτο μπαρ, ακολουθούμε το μονοπάτι που βγάζει στο δωμάτιό του και στον παράδεισό μου. Εκεί, σε κείνο το δωμάτιο που κρέμεται πάνω απ' τη θάλασσα με τα κύματα να παλινδρομούν αενάως και πού'χει τ' αστέρια στέγη, απαλλαχτήκαμε απ΄όλα τα εμπόδια και δοθήκαμε ο ένας στον άλλον απαράμιλλα και ολοκληρωτικά, απολαμβάνοντας με όλες τις αισθήσεις και πλήρεις συναισθήματος την ένωσίν μας έως που ο ήλιος ξεκίνησε χαράματα να βάφη τον ορίζοντα και να χρωματίζη τα πάντα. Η πρώτη έκλαμψις με βρήκε στεφανωμένο με τα χέρια και τα χείλη του εραστή μου, έτοιμο να βουτήξω για πολλοστή φορά μέσα στο εδεμικό εκείνο πράσινο που'χει στα μάτια, αυτού που έκτοτε η ανάμνησις με συνοδεύει σε κάθε πρωινό μου ξύπνημα.

Sunday, July 08, 2007

Girando



Domenica pomeriggio colla gente amata, poi una passeggiata per la citta'. Se stai cercando, troverai sempre che il vecchio si diventa nuovo agli occhi che sanno guardare.

Friday, July 06, 2007

Το σπίτι μου στα χείλη του...


Η ίδια εικόνα κυριαρχούσε ανέκαθεν στο πανόραμα της φαντασίας μου κάθε που έχτιζα, παιδάκι πρώτα και μεγάλο παιδί κατοπινά, συνήθως τις ώρες της δροσιάς και των αστέρων, το σπίτι που μέσα του θα έκρυβα τον εαυτό μου από την αδιακρισία του κόσμου και θα ζούσα τη γόνιμη μοναξιά μου αλλά και τον ολοκληρωτικό έρωτα χαλαρωμένος και πειραχτικά ημίγυμνος στο μεγάλο ξύλινο δωμάτιο με τον ένα του τοίχο απο γυαλί που βλέπει την αγριεμένη θάλασσα του δειλινού την ώρα της καταιγίδας. Αυτή η εικόνα δεν άλλαξε ποτέ μέσα μου, κι αν διήλθαν πάνω μου τα χρόνια, πάντα τη βλέπω μπρος μου σαν κλείσω τα μάτια στο σκοτάδι.

Το σπίτι αυτό είναι καθισμένο σα γλάρος πάνω στην άκρη ενός ψηλού γκρεμού που κοροϊδεύει τη θάλασσα, κι εκείνη του γλύφει υποτακτικά μα με αμείωτο μίσος και μανία τα πόδια όσο τσακίζεται πάνω του μαινόμενη κι αφρίζουσα, μουγκρίζοντας, βογγώντας και ικετεύοντας σαν κακοπαθημένη σκλάβα τον κυβερνήτη άνεμο που της ταράζει την υγρή γαλήνη. Γύρω του φράχτης εν λευκώ κρατάει μακριά τα ακόρεστα βλέμματα και κύκλος από πέτρες τα πνεύματα της ψευτιάς. Δεν υπάρχει διαφυγή απ' το σπίτι αυτό, παρά μόνον από το δρόμο που οδηγεί στην πόρτα του. Το ιδανικό locus delicti. Αυτή η αίσθησις κάπως με ηδονίζει. Το απαρέγκλιτο, το αναπόφευκτο, το μοιραίο και το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον, ο έλεγχος απο τη μια και ο άβατος μονόδρομος του βαραθρώδους χάους διαρρήδην απόλυτος στην άλλη πλευρά. Το τέλος της γης, η αρχή του νερού. Ο ουρανός μουτζουρωμένος από συννεφοπινελιές εναλασσόμενου χρωματισμού από το ερυθρό στο μελανό και η φύση γύρω ανήσυχη. Το κτίσμα, καρφωμένο σαν απομεινάρι δόντι σε γέρικο στόμα που χάσκει στο άπειρο, τραβάει το βλέμμα και τους κεραυνούς. Εγώ εκεί μέσα ασφαλής και ελεύθερος.

Εκεί ο έρωτας γεννιέται κάθε δειλινό σαν φοίνιξ απ' τις στάχτες του δύοντος Απολλώνιου οφθαλμού, όταν εσύ κι εγώ, ιδανικέ ημίγυμνε εραστή μου, μοιραζόμαστε τα μάτια μας, ανταλλάσσουμε τ'αγγίγματά μας και οι καρδιές μας πετούν στο δρόμο του θνήσκοντος ηλίου μέσα απο τη μεγάλη υάλινη οθόνη που ανοίγει στον άπειρο ορίζοντα. Οι ιριδισμοί του πλαγίου φωτός της θάλασσας πεταλουδίζουν στα ενωμένα χέρια, στα ενωμένα χείλη και βάφουν με φλόγα το ψηλό δωμάτιο και την προστατευμένη αγάπη μας. Κι όταν πετάξουμε αστραπές πιο καίριες απ' τις αστραπές, όσο η μανική βροχή ξεπλένει τις ντροπές και τις υποκρισίες που χάνονται στο βάραθρο που χάσκει κάτω μας, καθώς αρχίζει η βροχή των αστεριών που θα κεντήσει τη δροσιά της στο στερέωμα, εσύ κι εγώ γινόμαστε ένα σώμα, χαμένοι ο ένας μες στον άλλον παλινδρομικά και de profundis ex profundo, ευλογημένοι και δεδοξασμένοι και μεγάλοι όσο μικροί.

Όμως αυτό το σπίτι είναι για τα δειλινά της μέρας και της νιότης. Δεν νοίκιασε τυχαία της φαντασίας μου τη σοφίτα η εικών του: το ξέρω πως υπάρχει, αφού υπάρχει μέσα μου ήδη. Στο μακρινό μου ορίζοντα που ανοίγεται στη θάλασσα των κόσμων, κάποιο ακρωτήρι θα φανεί που με προσμένει και μαζί του εσύ, ιδανική αγάπη μου με τα χείλη μισάνοιχτα πάνω στα χείλη του γκρεμού που κοιτάζεις το πέλαγος. Εκεί στο γκρεμό που με πόθησες τόσο θα χτίσω το σπίτι μου αυτό, πάνω στην πέτρα και στα χείλη σου. Η φύση γύρω ανήσυχη μα η γαλήνη στο βλέμμα σου και βράχος η αγάπη σου. Κλεισμένοι εκεί θα ζούμε μονάχα για τα δειλινά, την ομορφιά και για τον έρωτα.

Monday, July 02, 2007

Μετεωρισμός

Χτές τη νύχτα στις δύο παρά τέταρτο έπεσε έν' αστέρι. Όρθιος μέσα στο μικρό σπιτάκι μου έτυχε να σηκώσω το κεφάλι για να πάρω μέσα μου τη μοναδική του όψη, τη δοξασμένη στην αιωνιότητα των τριών δευτερολέπτων κατά τα οποία μονοπώλησε τη λάμψη του σβηστού ουρανού. Η φθονερή φθίνουσα σελήνη, κατάχλωμη σαν φθισική συνέσπασε το πρόσωπο μ' εκείνη την απαξίωση του δίκαιου αδελφού που βλέπει τον άσωτο ν' αστράφτει. Το αστεράκι μου διέγραψε την κύκνεια καμπύλη του μέσα στην αγκαλιά της ατμόσφαιρας που τού χάρισε τόση φωταύγεια εφάπαξ δια της τριβής, ωστε πάραυτα να το αναλώσει και να το μεταβολίσει στο δικό της σώμα δια παντός, μεταβάλλοντάς το σε αέριο. Και χάθηκε απ' τον κόσμο ως μήποτε ον, μόνη απόδειξη της ύπαρξής του η μνήμη μου, ίσως και κάποιων άλλων που σ' αυτή τη μοναδική στιγμή έτυχε να συλλάβουν την εικόνα του.

Έτσι περνούμε οι άνθρωποι μέσα στον κόσμο και στο χρόνο, λαμπρές στιγμές στον καμβά της αιωνιότητας. Ερχόμαστε απ' το τίποτε ενός μακρινού παρελθόντος, περνούμε ασκαρδαμυκτί το στερέωμα και γινόμαστε από ύλη ενέργεια. Αν έχουμε τύχη ίσως μας πιάσει κάποιο μάτι που μπορεί να ξεχωρίσει το φως στο μελανό ρευστό σκοτάδι που κυβερνά τη νύχτα των εποχών. Ανάλογα με τη σύνθεσή μας, μπορεί απλώς να σπινθηρήσουμε ή να κυριαρχήσουμε με άπλετο φως. Να αποτελέσουμε μια έκλαμψη ασήμαντη ή μια λευκή φωτοστοιβάδα.

Κατά τον ίδιο ηρωικό τρόπο στροβιλίζονται πάνω απ' τα σκυφτά κεφάλια μας οι ταξιδιάρες ευκαιρίες. Στο ατέρμονο σύμπαν που ποτέ δε θα γνωρίσουμε υπάρχουν αναρίθμητα σμήνη από δαύτες. Κάθε τόσο ξεφεύγει μια και μπαίνει στην τροχιά μας αδάμαστη, ξεκαπίστρωτη και ορμητική. Είναι υπόθεση της τύχης αλλά και της πρόνοιάς μας να κρατούμε έτοιμη τη σέλλα και να την αρπάξουμε από τη γοργοδρομούσα ουρά της, να την καβαλήσουμε σ' ένα άγριο ροντέο που όμως θα καθορίσει τις ζωές μας. Η στιγμή θα είναι πάντοτε μοναδική, οι ευκαιρίες μας λίγο περισσότερες.

Κάθε που ο ουρανός μάς πετά ένα απο τ' αστέρια του, είθισται να ευχόμαστε ενδόμυχα για ό,τι διακαώς ποθούμε. Εγώ ζητώ να γίνω, όταν ο χρόνος μετουσιώσει όλη μου την ύλη σε πνεύμα και η αλεξανδρινή ζωή μου πλέον θάναι σα μια ξένη φορτική, έν' αστέρι σαν κι αυτά. Δοξασμένο κι ολόφωτο στο τέλος.

Tuesday, June 26, 2007

Notte blù.


Dolce notte nel caldo della citta'. Caffe' dell' arte. Le bicchiere son pronte a servirci d'acqua fresca e d 'inspirazione artistica sotto la luce d'una mezza luna e tra il profumo dei begli amici.

Monday, June 25, 2007

Στην Αίγλη μας.

Το βραδάκι με βρήκε στην πόλη μετά από θερινή επιστροφή. Το φεγγάρι πάσχιζε να ψύξει τα καυτά απομεινάρια του φωτός κι ο Κοκός βουτηγμένος στον εσωτερικό του διάλογο αρνείται να έλθη μαζί μας στο soirée cinematographique. O Ρώρος έτοιμος και περιμένει, έχουν τάχα συνεννοηθεί αλλά εγώ διαπιστώνω μια ζώσα Βαβέλ μεταξύ των. Ένεκα το θάλπος; Καλώ και το Νίνο στην παρέα μας. Αμέσως άψογη συνεννόηση. Η ώρα περνάει, η ζέστη όχι. Ένδεκα η συνάντηση, στην Αίγλη, που φέτος δροσίζει τα βράδια μας με κείνη τη μοναδική αίσθηση της απομόνωσης μέσα στο πολύβοον άστυ. Χαμηλός φωτισμός, λίγος ο κόσμος κι εμείς παρέα τετράγωνη. Το έργο, Οι δεκατρείς του Ωκεανού. Παραμύθι, που τόσο λείπει απ' τη ζωή μας πια. Δεξιά οι πολυκατοικίες σκύβουν για να πετύχουν το τζάμπα, αριστερά το φεγγάρι χοροπηδάει ανάμεσα στα φυλλώματα και τελικά κουρνιάζει πάνω στη στέγη του παρακειμένου ναού. Πάνω μας ο ουρανός φυλακισμένος από παράλληλα σύρματα μάς αρνείται το σκοτεινό του μαύρο αντικαθιστώντας το με φωταυγές γκρι. Αυτή η αίσθησις, το τέλος της μέρας με καλή παρέα, το δροσερό ποτό και το άπρεπο popcorn στις δώδεκα ώρες της νυκτός είναι οι μικρές χαρές που χτίζουν τις μεγάλες.

Αριστερά μου κάθεται όμορφος νέος ετών εικοσιβάλε ~ τριανταβγάλε, ζευγαρωμένος μετ' άλλου ομοίου πλήν ελαχίστως ωραίου. Φυσικά, τον θέλω για τα υπόλοιπα λεπτά που μας απομένουν. Έχει καταντήσει πια ο έρως ωριαίος και δεν προλαβαίνει να σταλάξει στην καρδιά. Στη γενιά των καταραμένων δεν αρμόζουν πια έρωτες, δοκεί μοι. Εύχομαι τόσο να λαθεύω. The end. Σηκωνόμαστε να φύγουμε και ο χώρος ποτίζεται με τη μελαγχολία του τέλους, το παραμύθι διαλύεται εις τα εξ ών συνετέθη και εγώ ακολουθώ τις γάμπες του ωραίου νεανία για 4 λεπτά ακόμη. Μετά καραδοκεί η βουβή πραγματικότητα της μόνωσης κατ' οίκον (άδειον, άνανδρον, ανυμέναιον, αναγκάλισθον). Άλλη μια νύχτα δίχως χάδι, δίχως παλάμη ν' ακουμπήσεις, ως λαλεί θεϊκή αοιδός. Η κακή γωνία κρύβει το νεανία από τα μάτια μου κι εγώ πρωταγωνιστώ αίφνης, ωσάν μοντέλο, σε φωτογράφηση. Μια πρόταση για καζάντιπι πέφτει και σπάει σαν κρυστάλλινο ποτήρι και τον αποχαιρετισμό ακολουθεί η νυχτερινή παράδοση οίκαδε. Ο Νίνος κι ο Κοκός μου λένε καληνύχτα κι εγώ τους πιστεύω: τόσα χρόνια η καλή νύχτα ταυτίζεται με τη μοναχική νύχτα. Έχει μια αβάσταχτη βεβαιότητα αυτό το σενάριο που, αν ποτέ μεταβληθεί, θα μού φαίνεται εξωφρενικό τουλάχιστον.

Σαν την ταινία που μας ταξίδεψε απόψε, λαχταράω να ζήσω την αίγλη μιας αλήθειας που θα γράφει ο έρωτας κι όχι ο εαυτός μου, ν' ανοίξει η ψυχή μου σαν το θερινό το σινεμά και να έρθεις μέσα μου εσύ, άγνωστε άντρα μου όμορφε ετών εικοσιβάλε ~ τριανταβγάλε, να σε πάω στο παραμύθι των ονείρων που θα σκηνοθετήσουμε μαζί στη βραδυνή οθόνη της ζωής μας με λίγο σεληνόφως κάτω από τον πάντα καλοκαιρινό ουρανό.

Volverás...


No pensé que fueras a dejarme
Dices que te has vuelto a enamorar
que no sientes ya el amor de antes
quieres que te de tu libertad
No te detendré por un instante
no le temo a la soledad
pero sé que al fin te vas a arrepentir
y tendrás que regresar

En tu alma siempre serás mío
aunque te enamores otra vez
no podrás borrar esos recuerdos
de mis caricias en tu piel
Te recordarás en cada beso
nadie como yo te puede amar
Se, te cansarás de las mentiras
y tu volverás

No voy a tratar de retenerte
el amor no se exige, se da
si tu amor no es el de para siempre
entonces quiero saberlo ya
No te vale nada, mi cariño,
solo te sirvio para jugar
pero sé que al fin te vas a arrepentir
y tendrás que regresar.


Ποτέ δεν πέρασε η σκέψη απ' το μυαλό μου ότι θα μ' άφηνες. Σε όλες τις δύσκολες στιγμές σου ήμουν εκεί να σου κρατώ το χέρι και το κεφάλι μες το στήθος μου, μάτια κλαμμένα, φιλημένα χείλη και μέλη λατρευτά. Εσύ αδήλωτα απών. Και τώρα λες πως ερωτεύτηκες ξανά. Μη λες ξανά, το ξανά σημαίνει πως ήσουν και πριν. Δεν ήσουν, όμως. Δε νιώθεις πιά τον έρωτα που είχες για μένα και θέλεις να σε αποδεσμεύσω. Δεν τον ένιωσες ποτέ, φοβάμαι, μα ξέχασες να μού το πεις. Είσαι ελεύθερος, ούτε λεπτό δε σε κρατώ. Δεν έχει γκέμια η ψυχή του αγαπημένου, μεταξωτά κορδόνια μόνον κι αυτά δεμένα οικειοθελώς. Τη μοναξιά δεν την φοβήθηκα, μα ξέρω πως στο τέλος θα μετανιώσεις και θα γυρίσεις. Η ψυχή σου πάντα θα μου ανήκει, ακόμη κι αν ξανά ερωτευτείς. Απ΄ τη μνήμη δε θα σβήσουν διόλου τα χάδια μου στο δέρμα σου. Οι νύχτες που στάλαζαν αγάπη, που φίλαγα εκείνο το σημείο πίσω απ' τ' αυτί σου και ριγούσες, που βούλιαζες στο βλέμμα μου και έπινες τον πόθο σα βρυκόλακας ταγμένος στο σκοτάδι κι εξαρτημένος απ' το αίμα της καρδιάς μου, καταραμένος να θυμάσαι. Κάθε νέο φιλί θα σου θυμίζει πως δεν μπορεί κανείς να σ' αγαπήσει όπως εγώ. Θα κουραστείς απ' την απάτη και το ψέμα και παλι θα γυρίσεις.

Δε θα ζητήσω να σε κρατήσω. Η αγάπη προσφέρεται απλόχερα, δεν εκβιάζεται. Ούτε αγοράζεται, ούτε κολακεύεται. Κι αν αυτή σου η αγάπη δεν είναι παντοτινή, καλύτερα να το ξέρω από νωρίς. Τίποτε δε σήμαινε η αγάπη μου για σένα, μόνο παιχνίδι στα χέρια σου η καρδιά μου, μα ξέρω πως στο τέλος θα μετανιώσεις και θα γυρίσεις. Κι είναι η μετάνοια φανερή στο βλέμμα και στες πράξεις, όχι στα λόγια και στες υποσχέσεις μήτε στις δηλώσεις. En tus ojos pienos de arrepentimiento. Μπορεί ποτέ.

Thursday, June 21, 2007

La pioggia delle lacrime


Πρωίας αυγαζούσης σφηνώθηκε, σαν δαχτυλίδι σε δάχτυλο, μέσα στο κεφάλι μου αυτή η φράση και αγνοώ πλήρως τι να κάμω μαζί της. Λα πιότζα ντέλλε λάκριμε. Η βροχή των δακρύων, ιταλιστί. Στριφογυρνάει η εικόνα των γραμμάτων της στην ιδεατή όρασή μου μ' ένα ελαφρύ γλυκύτατο πορτοκαλί που ενίοτε ιριδίζει σε κυανό. Αναρωτιέμαι γιατί. Ούτε βροχή ούτε δάκρυα διέπουν τη μέρα που έρχεται, όσον μπορώ να προβλέψω. Καύσωνας μέγιστος κρατεί και ακόμη και τα δάκρυα στεγνώνουν. Ο καυτός πανδαμάτωρ ήλιος απολεπίζει την ανυπεράσπιστη γραία γη αφυδατώνοντας το χλοερό της δέρμα και τις πράξεις μας από περιττότητες που κοστίζουν ιδρώτα. Στους συνειρμούς όμως είχα καλούς βαθμούς και ίσως τελικά ο λόγος αυτός εμφανίστηκε όχι τυχαία. Σκεφτόμουν τις προάλλες ημέρες (επιτέλους, χρήση του "προάλλες" ως επιθετικός προσδιορισμός), εκεί που τακτοποιούσα εκατομμύρια σφαίρες σε διάταξη σουρρεαλιστικού αντιπολεμικού έργου τέχνης και μαχόμουν ιπτάμενα δίπτερα βαμπίρ, ότι θα ήθελα να κατέβω εντός μου και να βρω τα πώς και τα γιατί και τα δια ταύτα της ζωής μου. Για μια στιγμή μέσα στο θερινό θάλπος το αδηφάγο βλέμμα μου έπεσε στη γη τη γραία και αφυδατωμένη και είπα: να τα οψώνια της πολλής καλοκαιρίας. Η πιότζα μπορεί να είναι δυσάρεστη αλλά άκρως απαραίτητη για τη συνέχιση της ζωής. Η πιότζα δείχνει ότι ο κύκλος του νερού λειτουργεί, ότι υπάρχει ακόμη ελπίδα, ότι δεν έφτασε εκείνος ο θάνατος ο καταραμένος, όπου όλα στεγνώνουν από την αιώνια λιακάδα. Έτσι και η πιότζα ντελλε λάκριμε: υγραίνει τα χώματα της καμμένης καρδιάς και δίνει ελπίδα και ένδειξη ζωής, διαφοροποιούσα από τις καρδιές των δήθεν ανοιχτόμυαλων και των αναίσθητων, όπου οι καθαρές εικόνες της ζωής είναι μόνον κατάξερες φλούδες που θρυμματίζονται με το παραμικρό ράπισμα του μικρού μου δακτύλου, του άτακτου και αληθολάλου και σουρρεαλιστικού.

Αυτά σκεφτόμενος εντός τριώρου, αναθάρρησα και γαλήνεψα. Το συναίσθημά μου ζει, σκονισμένο από ενστικτώδη φόβο και καχυποψία. Ας έρχεται σποραδική η πιότζα ντελλε λάκριμε μέσα μου με το γλυκό της μουρμουρητό και την καταπραϋντική σιωπή της να ποτίζει αυτή τη γραία γη την αφυδατωμένη πού 'χω εντός μου, να στάζει από τα μάτια στην ψυχή και να σταλάζει αγάπη και συγγνώμη σαν λιμνούλες όπου θα καθρεφτίζεται, στιγμές μετά, η Ίρις στο γαλανό της άρμα και το χαμόγελο στο καθαρμένο πρόσωπο. Ή, για να μείνουμε και στο ιταλικόν, il riso sulla faccia chiara.

Ελπίζω να μη μου σφηνωθεί καμμιά φράση στα Σουόμι κάποια από αυτές τις μέρες, διότι θα πάει εντελώς χαμένη, όσο κι αν μου βρίσκεται λεξικόν ελληνο-φινλανδικόν.

Sunday, June 17, 2007

Mille regrets de vous abandonner

Κλείνει χρόνος σε δυο μέρες από τότε που η Τρισεύγενη αποδέχτηκε την προσφορά του ουρανού να διευθύνει χορωδία αγγέλων. Ενα ξημέρωμα σηκώθηκε από το δεσμωτήριο κρεββάτι της, φόρεσε τα λαμπρά της μωβ και κείνο το φουλάρι με τα κρόσια που ανεμίζαν στα θέατρα και στις σκηνές, έλυσε τους σωλήνες που της ρουφούσαν τη ζωή και την αξιοπρέπεια και με ορθάνοιχτα μάτια πέρασε μέσα από το χάρτινο τοίχο που χωρίζει τους ανθρώπους σε μαχητές και θριαμβευτές. Καθώς έφευγε, κοίταξε πίσω της μ' ένα δάκρυ αδαμάντινο το πλήθος εκείνων που βρέχανε το δικό τους πρόσωπο με πολλά περισσότερα. Δε μίλησε από τότε ξανά, αλλά πήρε μαζί της συνοδεία όλη την αγάπη μας και, αφήνοντας το σάπιο σώμα να ξεκουραστεί από το βάσανο, αναχώρησε προς το άπειρο καθώς οι νέοι της χορωδοί μαζί με τους παλιούς τής τραγουδούσαν, οι μεν στον ουρανο και οι δε στο μνήμα. Ύπνε που σβήνεις τις λύπες, έλα απαλός σαν αγέρι. Το φως απο τα μάτια σκέπασε εσύ, το φως, Ύπνε.

Έτσι της τραγουδήσαμε προχτές. Όλοι εμείς που της χρωστάμε και που μας άφησε τα οφειλήματα. Ακόμη πονάει η απουσία της, μα ξέρω ότι είναι καλά τώρα εκεί, στο ατέρμονο μαδριγάλι των αιώνων, αστράπτουσα και δοξασμένη και πάντα τρεις φορές ευγενική.

Sunday, June 10, 2007

Εσπερινό offertorium.


Στην καθαρτική από άγχη αύρα του ηλιοβασιλέματος περπατώ συχνά βουτηγμένος στις σκέψεις μου σα βράχος γεμάτος όστρακα που το νερό τον γλύφει σκεπάζοντάς τον κύμα το κύμα. Γύρω μου οι άνθρωποι χιλιάδες κι εγώ μπαινοβγαίνω στις συζητήσεις τους μόνον για λίγες στιγμές καθώς διαβαίνουν δίπλα μου. Οι γλώσσες τους χιλιάδες και δεν τις λαλώ. Ούτε καν στο πρώτο στάδιο της αγάπης, φαίνεται. Περνώ απαρατήρητος, γρήγορος διαβάτης στο πλακόστρωτο και στο χρόνο κι εκείνοι δεν είναι τίποτε άλλο παρά μακριές πινελιές χωρίς διαστάσεις πάνω στον πίνακα που εναλάσσεται ακατάπαυστα μπροστά στα μάτια μου. Κάποτε, θυμάμαι, αγαπούσα τους ανθρώπους βαθειά. Τώρα υπάρχει μια ρωγμή στο χάος εκεί που υπήρχε το συναίσθημα και η ενέργειά τους δεν μπορεί να με αγγίξει πια. Οχυρώθηκα. Με οχύρωσαν. Περιμένω μέσα μου κλεισμένος τον εισβολέα που δεν έρχεται και τον ποθώ τόσο. Ασφυξία στο φυλάκιο, η τροφή τελειώνει, το φως ίσα που υφαίνει μια κλωστή απ' τις χαραμάδες και η νύχτα χωρίς όνειρα, βαρειά και υγρή. Το έδαφος χωρίζεται κι ανοίγει τα ξεδοντιασμένα στόματά του. Ne cadam in obscurum.

Ο ήλιος ενταφιάζεται στα ύδατα και τα σύννεφα τον περιχύνουν λάδι και κρασί ερυθρό πάνω στο αδιακρίτως γαλανό ουράνιο σάβανο. Σ' έναν άλλο τόπο δίνει τώρα lux perpetua, όχι σε μας. Εμείς το ζήσαμε το φως μα τώρα ούτε η ενθύμησις δεν έχει μείνει. Ο κόμπος στο στέρνο μου σφιχτός. Η ομορφιά που κάποτε με έτρεφε πια στέρεψε, ή, δόκιμον, δεν έχω μάτια να τη βρω. Ο αλεξανδρινός ήταν κι αυτός κλεισμένος μέσα στες κάμαρες τες σκοτεινές και τα παράθυρα δε βρίσκονταν, ή δεν ημπόρει να τά 'βρη. Πόσο το νιώθω έτσι! Τα βήματα εναλλάσσονται μα η διάθεση όχι. Πλησιάζω πια στο Κοκόσπιτο, μα εκείνος απασχολημένος avec l' amour fatal. Επιστρέφω. Το μόνον που αλλάζει είναι ό άνεμος στην πλάτη μου. Και τότε μου μιλά η σκέψη μου που όλα τα παραλληλίζει: ζω στην κόλαση. Είμαι μέσα στους ανθρώπους κι όμως ποτέ δεν ένιωσα μακρύτερόν τους. Πλήθος οι ψυχές, αλλά ανώνυμες. Αυτοεγκλεισμός. Η κόλαση κι ο παράδεισος αρχίζουν από δω και παράδεισος είναι οι καλές σχέσεις. Οι γλώσσες των αγγέλων άγνωστες. Ut signifer Sanctus Michael repraesentat animam meam in lucem sanctam. Όλα για το φως, αυτό το φως που τώρα λείπει και δε βλέπουμε πια ποιοί είμαστε, πού είμαστε και στην έλλειψή του κρύβουμε τα άνομα έργα του δρόμου που μάς μιαίνουν. Ο ήλιος θα ξαναγεννηθεί αύριο στο στερέωμα, αλλά οι λεκιασμένες μας ψυχές είν' άλλο το φως που αναζητούν.

Τι θα κάνω, αναρωτιέμαι. Μου τάξανε, σε μένα και στους καταραμένους προγόνους μου, άλλα. Σκληρό να προσποιείσαι πως ποθείς, πως αγαπάς κι έπειτα να τα κάνεις όλα λάσπη. Olim promisisti. Και τη στιγμή που έσπασε η υπόσχεση της αγάπης αφέθηκε έκθετο το οικοδόμημά μας και σεις μεν οι επίορκοι πέσατε in profundo lacu et in ore leonis, εμείς δε οι πιστεύσαντες μπήκαμε στην αναμονή ζωής. Ερείπιο θα μένει πάντα, όσο εσείς αρνείστε τις ευθύνες σας.

Εγώ θα βγω από το σκοτάδι. Σαν ανατολή θα χαράξει πάλι η ελπίδα στην ψυχή που τώρα καθεύδει παραλυμένη. Fac eam, Domine, de morte transire ad vitam. Φτάνω στο σπίτι και το τηλέφωνο με καλεί για πιθανό ποτό με πρόσωπα που τελικά εκπέμπουν σε κύματα που μόνον οι ίδιοι λαμβάνουν, γεγονός που ad hoc αποκλείει την επικοινωνία. Circus aeternum. Αρνούμαι, έχω ήδη αρκετή κούραση και η μιζέρια μου δεν είναι αποδεκτή. Καλύτερα μόνος, αν το μαζί είναι στείρο και δε βγάζει πουθενά. Όταν έλθη η ώρα εκείνου του εσπερινού που, καθώς θα σβήνει το φως, άλλο φως θ' ανάβει μέσα σε δύο καρδιές, τότε θα βγω ξανά στο πλακόστρωτο και στο χρόνο κρατημένος από χέρι αγαπημένο.

Tuesday, June 05, 2007

Totemαχισμός


Σήμερα δεν έχω τι να γράψω. Το συρταράκι με τα εισερχόμενα περιέχει μόνον κοινότυπη σκόνη καθημερινότητας. Η ανατολή πάλι στις έξη παρα είκοσι κι εγώ μέσα στην ανατολή. Μέρα παρά μέρα επαναλαμβανόμαστε κι έχουμε μόνον τις ενδιάμεσες ώρες για να ζήσουμε. Δε θα γράψω τίποτε. Όχι. Το κεφάλι μου έχει στραγγίσει από ιδέες, το σώμα μου μοιάζει σαν ξένο και η ύπαρξή μου αιωρείται στο μεταίχμιο μεταξύ του υλικού και του άυλου. Είναι ένα ονειρώδες modus existendi, μια διχασμένη φόρμα υπόστασης όπου το σώμα βρίσκεται εκεί όπου το πνεύμα αρνείται, επιφέροντας ως εκ τούτου τη ρήξη. Ναι, αυτό νιώθω. Ρήξη. Ρήξη με το παρελθόν, ρήξη με το παρόν και ο μόνος χωροχρόνος που απομένει είναι το μέλλον, όπου κυβερνά αποκλειστικά η ελπίδα για το καλύτερο αύριο, που εν τέλει μπορεί ανα πάσα στιγμή να περάση στη σφαίρα του χειρότερου χτες. Το πνεύμα είναι πάντα πρόθυμο για την ουσιαστικότητα, αλλά η σαρξ δυστυχώς δεν είναι ασθενής, ώστε να προφασισθή αδυναμία και να ξεφύγη από τα πάρεργα στα οποία είναι δεσμευμένη. Έτσι, ξεφεύγει το πνεύμα μόνο του. Σαν την κουκουβάγια μες τη νύχτα πετάει και στιφογυρίζει το κεφάλι του και καρφώνει τα μάτια στις εμμονές και τις ιδεοληψίες του. Λες ο θάνατος να είναι κάπως έτσι;

Μην επιμένετε, είπα δε θα γράψω σήμερα. Ούτε έχω και να πω τίποτε. Για την Κυριακή να πω, που σε είδα πάλι, κατηγορούμενε και μου την έδωσε η γελοιότητά σου; Ή, που μου κάνεις το θλιμμένο από ενοχές, χωρίς την παραμικρή διάθεση να θυσιάσεις το εγώ σου; Τυπικό παράδειγμα ανθρώπου που λύνει τα πάντα στα λόγια και μετά κάθεται και αναρωτιέται γιατί η ζωή του πάει κατρακυλώντας. Εκεί σηκώνουμε τα χέρια: είθισται να φταίνε οι άλλοι. Στα λόγια μπορώ κι εγώ να σου λύσω το μυστήριο της Ατλαντίδας και το Μεσανατολικό, να μοιράσω ακριβοδίκαια τον πλούτο στον κόσμο και όλοι να είναι χορτάτοι και χαρούμενοι, ο καθένας να έχη μόνον δικαιώματα και καμμιά υποχρέωση και να ζήσωμε όλοι καλά και κανένας καλύτερα. Αμ δε!

Αυτό, λοιπόν, το πνεύμα μου πώς θα το επαναφέρω σε τάξι, ούτε που γνωρίζω. Στέκεται εκτός μου φέρνοντάς μου μιαν έκ-στασι ανεπιθύμητη. Το σώμα μου άψυχο τοτέμ, σκαλισμένο στο ξύλο που έχω για καρδιά, και το πνεύμα πτηνό και μακριά. Κάτι θέλει, κάτι περιμένει και δεν έρχεται να φωλιάση πάλι μέσα μου. Ή, κάτι το απωθεί και το φοβίζει. Ίσως η πιθανότητα της αλλαγής, η υποψία ότι κάποια πράγματα μεταβάλλονται ανυπερθέτως και δια παντός. Ίσως γιατί δε βρίσκει μέσα στου σώματος τις έγνοιες την τροφή που αναζητά. Του βάζω δολώματα, το καλοπιάνω, το μαλώνω, του τάζω, το απειλώ. Τίποτε αυτό. Εκεί, κάθεται πάνω στα κλαδιά και με κοιτάζει με δυο ολοστρόγγυλα, κατάμαυρα μάτια που τρυπούν τη νύχτα και, θαρρώ, με οικτίρει. Κι αν σε οικτίρει πνεύμα σου, αυτό όχι καλό, λένε οι ινδιάνοι Saskatchewan.

Friday, June 01, 2007

Χαλκός ἠχῶν καὶ κύμβαλον


Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ
καὶ τῶν ἀγγέλων,
ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω,
γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον αλαλάζον.
Καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν καὶ εἰδῶ τὰ μυστήρια πάντα
καὶ πᾶσαν τὴν γνῶσιν,
καὶ ἐὰν ἔχω πᾶσαν τὴν πίστιν, ὥστε ὄρη μεθιστάνειν,
ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω,
οὐδέν εἰμι.
Καὶ ἐὰν ψωμίσω πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου,
καὶ ἐὰν παραδῶ τὸ σῶμά μου ἵνα καυθήσομαι,
ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω,
οὐδὲν ὠφελοῦμαι.
Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται,
ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοῖ, ἡ ἀγάπη οὐ περπερεύεται,
οὐ φυσιοῦται, οὐκ ἀσχημονεῖ,
οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς, οὐ παροξύνεται,
οὐ λογίζεται τὸ κακόν,
οὐ χαίρει ἐπὶ τῇ ἀδικίᾳ,
συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ·
πάντα στέγει, πάντα πιστεύει,
πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει.
Ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει.
Εἴτε δὲ προφητεῖαι, καταργηθήσονται·
εἴτε γλῶσσες, παύσονται·
εἴτε γνώσεις, καταργηθήσεται
[…]
μένει δὲ πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, τὰ τρία ταῦτα·
μείζων δὲ τούτων ἡ ἀγάπη.

Παιδιόθεν το κείμενο αυτό μού έκανε εντύπωση. Αγνοούσα τότε το γιατί. Όταν το πρωτάκουσα θά'μουν δε θά'μουν 10 χρονώ. Κυριακάτικο πρωινό στην επαρχία, οικογένεια στην εκκλησία, εγώ στο στασίδι του πατέρα και ο χαμηλός ήλιος διασχίζων τα χρωματιστά τζάμια του τρούλλου, φλέρταρε με τον καπνό από το θυμίαμα και κατόπιν έβαφε ιριδίζοντας τα σοβαρά πρόσωπα των εκκλησιαζομένων, δείχνοντας στο καθαρό μάτι όλες τις ανομίες του Σαββατόβραδου αλλά και τον αγώνα και τη μετάνοια και τη διάθεση της προσευχής, της λατρευτικής ένωσης με το Θείον. Η μουσική μιλούσε και η γλώσσα τραγουδούσε σε έναν χιλιόχρονο, ακατάλυτο αρμονικό συνδυασμό. Η γλώσσα, λοιπόν, μου δόθηκε αρχαία ελληνική ή, μάλλον, ελληνιστική, και τα κείμενα αυτά ποτέ δε με ξένιζαν. Αντίθετα, η αίγλη των αιώνων τους ήταν μέσα μου αισθητή, εθιστική και πάντοτε ερεθιστική.

Στα παιδικά αυτιά μου αυτό το κείμενο του Αποστόλου ήταν ένα ποίημα. Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων... Ήταν εικόνες, ήταν άρωμα. Η άπειρη θερμότητα που εγκλείει στην αιώνια δομή του με άγγιζε και τότε, όμως χρειάστηκε να περάσω από πολλά κύματα και βουνά και ναρκοπέδια για να καταλάβω πραγματικά ότι αυτή η ιδανική εικόνα της αγάπης είναι τόσο δύσκολη (όχι, εντούτοις, ακατόρθωτη) και, όπως όλα τα δύσκολα πράγματα, η αξία της είναι ευθέως ανάλογη της δυσκολίας της. Στέκει εκεί το δισχιλιετές κείμενο εις αρωγήν και εις κατάκρισιν ημών. Είναι ένας ασφαλέστατος οδηγός, ενα πολύτιμο vademecum, μια λυδία λίθος που ξεχωρίζει αδιάψευστα την αλήθεια από την επίφαση. Τίποτε δεν είναι πάνω από την ανθρώπινη ικανότητα να αντλεί δύναμη από το Θείον και να φτάνει σ' αυτό θριαμβευτικά, πάνω από την φθορά της ύλης. Τίποτε δεν είναι πάνω από αυτή την απόλυτη αγάπη.

Εάν ταις γλώσσαις... Αν επικοινωνώ με όλα και με όλους με τον καλύτερο τρόπο, αλλά αυτή η επικοινωνία μου δε γίνεται από γνήσια έλξη προς τον άλλον, μοιάζω με κούφιο κύμβαλο που λαλεί ασυνάρτητα, γιατί ο λόγος μου δεν είναι λόγος αλλά λόγια, ούτε έχει αγαθό κίνητρο.

Και εάν έχω προφητείαν... Κι αν είμαι παντογνώστης και μάντης και μάγος και όλα τα συναφή και έχω τέτοια δύναμη που τα βουνά με βλέπουν και κόβουν βόλτες και η θάλασσα ανοίγει να περάσω και βγάζω φλόγες από τα χέρια μου, αλλά όλ'αυτά δεν έχουν κίνητρο τη γνήσια αγάπη που με βγάζει από το Εγώ μου και με ενώνει με το Εσύ, είμαι ένα απόλυτο Τίποτε.

Και εάν ψωμίσω... Αν η μητέρα Τερέζα είναι τέρας μπροστα στις αγαθοεργίες μου και η αυτοθυσία μου είναι τόση ώστε να αυτοπυρποληθώ σα Παλαιστίνιος μαχητής και αν μοιράζω εκατομμύρια στους πεινασμένους και αν... Μα, αν όλ'αυτά γίνονται για τη δική μου προβολή, για να θρέψω το τερατώδες Εγώ που εγκολπώνω, για να γίνω γνωστός, για να κερδίσω αναγνώριση και τιμή και φοροαπαλλαγές κι όχι γιατί κλαίω κατάκαρδα όταν βλέπω τα σκελετωμένα σακκιά των ασίτων να στοιβάζονται και όταν βλέπω τους ναρκομανείς να πεθαίνουν στα παγκάκια, τότε χαράμι πάει ο κόπος μου.

Η αγάπη μακροθυμεί... Όχι σε όσους τη χαϊδεύουν, βέβαια, αλλά σε όσους τη φτύνουν, την προσβάλλουν, την αρνούνται και τη χλευάζουν με τα επηρμένα λόγια τους αλλά και με την κούφια βιοτή τους. Σε όσους τη θεωρούν démodée, σε όσους την προσαρμόζουν στα ίδια μέτρα και σταθμά, σε όσους της αλλάζουν άρδην το νόημα και ονομάζουν αγάπη το σετ των δικών τους συμπαθειών και ανασφαλειών. Σε όλους τούτους η αγάπη δίνει απανωτές ευκαιρίες να εξέλθουν από την άνοια και την τύφλωση και δεν εμπίπτει στην ανθρωπίνως νοουμένη δικαιοσύνη. Δεν είναι στη φύση της η εκδίκηση ούτε κανένα άλλο κρύο πιάτο.

Ου ζηλοί... Δεν είναι κτητική αλλά πρόξενος ελευθερίας, διότι κανείς δεν ανήκει σε κανέναν με το στανιό, παρά δίνεται μόνον αν θέλει ο ίδιος. Ελκύει αλλά δε φυλακίζει, συνδέει αλλά δεν δεσμεύει, πολιορκεί αλλά δεν επιτίθεται.

Ου περπερεύεται, ου φυσιούται... Η αγαθολογία και η αγαθοεργία της τηλεόρασης, οι τηλεμαραθώνιοι και οι δημόσιες διακηρύξεις των δωρεών μόνον αγάπη δεν κρύβουν. Η αγάπη είναι συνεσταλμένη, ντρέπεται. Η δράση της γίνεται στα κρυφά και μόνον τότε έχει αξία γι'αυτόν που ενεργεί. Η υπεροψία και το διαλάλημα του δοσίματος αυτοστγμεί ακυρώνουν την αγαπητική σύνδεση μεταξύ δότη και λήπτη.

Ουκ ασχημονεί... Ο τρόπος είναι εξίσου σημαντικός με το κίνητρο. Αγάπη μεν, με το ζόρι δε, κάπου χωλαίνει. Αν η υποτιθέμενη αγάπη μου με κάνει αγροίκο και θηρίο ανήμερο, ακόμη κι αν έχω τα καλύτερα κίνητρα έχω πάρει λάθος στροφή.

Ου ζητεί τα εαυτής... Εγώ είμαι ο καλύτερος άνθρωπος, μύγα δεν πειράζω. Δίνω όχι για να πάρω (ελπίζω όμως να πάρω, κι αν δεν πάρω, ουαί κι αλοίμονον σ'αυτόν που έδωσα), αγαπώ όχι για να μ΄αγαπούν (αλλά, αν δε μ'αγαπήσουν όσο εγώ μαύρο φίδι που τους έφαγε...), χαλί γίνομαι για να με πατήσουν (αλλά μόλις με πατήσουν γίνομαι ιπτάμενο χαλί), και το βρακί μου δίνω στον άλλον (αλλά περιμένω τουλάχιστον ένα ευχαριστώ μαζί με μια ρομπ ντε σάμπρ ως ένδειξιν ευγνωμοσύνης)... Τελεία. Αφαιρούμε τις παρενθέσεις και βρίσκουμε τη γνήσια ποιότητα της πραγματικής αγάπης. Ὀ,τι δίνεται, είναι της αγάπης. Αν το περιμένεις πίσω, το έχεις χάσει για πάντα, διότι η ευλογία δεν είναι στην ανταπόδωση αλλά στη δόση. Δύσκολο, ε;

Ου παροξύνεται... Μπορεί να οξύνεται, αλλά μέχρι εκεί. Η υπερβολή δεν υπάρχει, υπάρχει μόνον η υπέρβαση. Αγαπώ πραγματικά όταν ο άλλος είναι το κέντρο μου και η ύπαρξή μου έχει εξέλθει από το Εγώ μου και έχει μετακομίσει στο Εσύ του. Όταν δε "ζω" πια εγώ, αλλά ζω για τον άλλον. Κατά έναν άρρητο τρόπο, τότε μόνον ζω πραγματικά και υπάρχω ως ανθρώπινο ον και όχι ως βιολογική μονάδα.

Ου λογίζεται το κακόν... "Καλέ Κατίνα, την άκουσες χτες την κόρη της Μαρίκας τι ώρα γύρισε; Ένας Θεός ξέρει πού ξημεροβραδιάζεται αυτό το τσουλί, Θε'μου σ'χώρα με. Όταν φύγει η μάνα της, ο ένας βγαίνει απ' το παράθυρο κι ο άλλος μπαίνει απ'την πόρτα. Καλό κορίτσι, δε λέω, αλλά ζωηρό, πολύ ζωηρό. Εγώ από αγάπη κι από ενδιαφέρον το λέω, μήπως να το πούμε στη Μαρίκα να τη στρώσει;", είπε η κυρά-Κικίτσα, τρις ζωντοχήρα η ίδια, στη γειτόνισσά της σχετικά. Αγαπημένες γειτονιές, μάς λείψατε. Αυτή η αγάπη είναι που σίγουρα θα διορθώσει το τσουλί. Εσύ, μαντάμ, που έχεις τη φωλιά σου λερωμένη, καλό θα ήταν να παστρέψεις λίγο τα δικά σου δώματα πριν βγεις στη γύρα με το ξεσκονόπανο να καθαρίσεις του άλλους. (Βέβαια, τώρα απλώς αδιαφορούμε ο ένας για τον άλλον κι όλα είναι καλύτερα (;)). Δεν υπολογίζει το κακό η αγάπη. Δεν του δίνει σημασία. Το ακυρώνει αγνοώντας το, κι έτσι το κακό εκνευρίζεται και σκάει από το κακό του.

Ου χαίρει επί τη αδικία... Ναι, καλά. Σ'αγαπώ, αλλά καλά να πάθεις. Σ'τά 'λεγα εγώ.

Συγχαίρει δε τη αληθεία... Ναι, καλύτερα. Αυτή κι αν είναι παρεξηγημένη λέξη. Πώς να χαρεί η καημένη η αγάπη, όταν σήμερα ο όρος αλήθεια μεταφράζεται σε "αυτό που πιστεύω ΕΓΩΕΓΩΕΓΩ, σε αυτό που βολεύει ΕΜΕΝΑ, και γενικά ΤΙΠΟΤΕ το απόλυτο; Κι όμως, άσχετα με το πόσα δισεκατομμύρια γνώμες υπάρχουν ελεύθερα (ως πρέπει) σε αυτόν τον πλανήτη, υπάρχει κάπου κάτι που είναι απόλυτο. Επειδή δε μπορούμε (ή δε θέλουμε) να το βρούμε, δε σημαίνει ότι δικαιολογούμαστε να βαφτίζουμε Μπαλόνι το Πεπόνι.

Πάντα... Τα πάντα, όλα, ό,τι κι αν συμβεί, ό,τι κι αν της πουν, ό,τι κι αν ποθεί, ό,τι κι αν της κάνουν, η αληθινή αγάπη είναι ο ακλόνητος βράχος αλλά και ταυτόχρονα ο αλάθητος δρόμος που στέκεται εκεί, ακρογωνιαία στα θεμέλια του κόσμου και του Θεού και των ανθρώπων για να στηρίζει και να οδηγεί. Και ουδέποτε εκπίπτει. Αν εκπίπτει, δεν είναι αγάπη.
Σκεφτόμουν ότι το είπε κι ο Ιωάννης: Ο Θεός Αγάπη ΕΣΤΙ. Θεός αγάπη, αγάπη Θεός. Όχι ΕΧΕΙ, όχι ΔΙΝΕΙ, όχι, ΠΑΡΑΓΕΙ. Το πιο θεμελιώδες ρήμα. Ειμί. Υπάρχω. Η ουσία Του, όχι η ενέργειά Του.

Παιδιόθεν, λοιπόν, αυτό το κείμενο με γαλήνευε. Τώρα, στο ορμητικό ποτάμι που με δέρνει με βράχους, κορμούς και λάσπη, είναι το σωσίβιο που με βοηθάει να πλέω χωρίς να πνιγώ στο θολό χάος της των πάντων απαξιωτικής και γέμουσας ψέμμα πραγματικότητας. Και πάντα ελπίζω.

Saturday, May 26, 2007

Ζητούνται μορφωμένα κορίτσια.


Τις εποχές εκείνες τις παλιές, όταν οι άνθρωποι ήσαν ακόμη είδος ξεχωριστό και γνήσια κοινωνικό και δεν είχαν μετατραπεί σε αγελάζουσες ορδές σεξομανών βαρβάρων, το αγόρι μιας Α ηλικίας έβλεπε (μακρόθεν) το κορίτσι μιας Α ~ X (Χ >= 5) ηλικίας, του άρεσε, την επιθυμούσε, πληροφορείτο επακριβώς την προίκα της και προσέτι την ηθικήν της και κατόπιν φρόντιζε να της το γνωστοποιήσει μετερχόμενος ευγενικούς (συνήθως) και εντός συγκεκριμένων αποδεκτών πλαισίων τρόπους : ραβασάκι, προξενιό, φιληνάδες της, φίλους του, σφύριγμα συγκεκριμένου τονικού ύψους (πολλάκις επικίνδυνον δια τον σφυρίξαντα), άνθη, παρακολούθησιν, κ.ο.κ. Όταν το κορίτσι ενέδιδε στας ανδρικάς προκλήσεις, τα πράγματα ακολουθούσαν το δρόμο της γνωριμίας, του φλέρτ, λίγο χαδάκι στο χεράκι, κανα φιλί στο μαγουλάκι κι άντε, αν ήσαν και απελευθερωμένοι οι γονιοί, κανένα χορό το Σάββατο, αλλά τα μεσάνυχτα πίσω, μη μας πει και πουτάνες η γειτονιά. Εννοείται ότι απουσίαζε πλήρως η οποιαδήποτε εξοικείωσις του άρρενος προς τα θήλεια μύχια, πόσο μάλλον προς όσα εξ' αυτών καλύπτοντο από το γυναικείον εσώρουχον γνωστόν ως "Κυλόττα" (εκ του γαλλικού, είμαι βέβαιος). Η κυλόττα ήτο ένα είδος του οποίου κάθε αγόρι γνώριζε την ύπαρξιν, ποτέ του όμως δεν είχε ιδή μία σε απόστασιν κοντύτερον των 50 μέτρων (της μητρικής μπουγάδας εξαιρουμένης, αι οποίες κυλόττες δεν είχαν και κανένα ενδιαφέρον). Κάθε κορίτσι, αντιθέτως, κατόπιν ενδελεχούς μητρικής διδασκαλίας, γνώριζε επακριβώς το χρονοδιάγραμμα της ιδίας κυλόττας. Η κυλόττα έμενε ασφυκτικά κολλημένη στο σώμα και δεν επετρέπετο να κατέβη παρά μόνον σε περιπτώσεις (α) Σωματικής ανάγκης, μέγιστη απομάκρυνσις 10 λεπτά, (β) Αιμορροίας γυναικείας φύσεως, μέγιστη απομάκρυνσις 4 λεπτά, (γ) Ατομικής καθαριότητος (απομάκρυνσις προαιρετική). Υπήρχε, εν γένει, σαφές χρονοδιάγραμμα ανόδου και καθόδου της κυλόττας. Μετά τον επικείμενον αρραβώνα και γάμον, τη νύχτα της παστάδος το αγόρι, μέλλων άντρας πια, διακρικτικά απομάκρυνε στο σκοτάδι την κυλόττα της καλής του (αν την απομάκρυνε η καλή του από μόνη της, εθεωρείτο τουλάχιστον του δρόμου) ώστε να συμβή το από καιρού ποθούμενον. Αυτή ήταν και η περίπτωσις (δ) απομάκρυνσης της κυλόττας. Κάθε άλλη, απρογραμμάτιστος, εστιγμάτιζε την φέρουσαν ως ανήθικον και κατάπτυστον πόρνην. Πτού!

Έκτοτε κύλισαν χρόνια. Αι εποχές έγιναν θερμότερες και οι άνθρωποι έσπασαν τα ταμπού και, μαζί με αυτά, τα νεύρα τους. Σήμερα, τα πράγματα με την κυλόττα, όπως και με πολλές διάφορες αξίες, είναι πιο χαλαρά. Εκτός της μεταβολής του μεγέθους, του σχήματος και του ονόματός της, η απόγονος της πάλαι ποτέ κυλόττας έχει τα ήθη ελαφρότερα και ελαστικότερα. Η κυλόττα διήλθε το χρονικόν συνεχές μεταβαλλομένη, αλλά ουσιαστικά αλώβητη. Εκείνο που δεν επιβίωσε όμως, όλως παραδόξως, είναι το χρονοδιάγραμμα ανόδου και καθόδου, πράγμα που επιφέρει σύγχυση σε πολλά απορημένα αγόρια της σήμερον, καθ' ότι τα κορίτσια δείχνουν να έχουν μπερδέψει, εκτός απο τα μπούτια τους, και τους τρόπους και χρόνους που συμβαίνουν τοιαύτες μετατοπίσεις. Τα αγόρια δεν ξεύρουν πλέον πώς να μεταχειριστούν τα κορίτσια και τας κυλόττας των. Δεν μπορούν να κατανοήσουν πότε μπορούν ή πότε πρέπει να κατεβάσουν την κυλόττα της καλής των ή πότε κάτι τέτοιο είναι πράγματι απαγορευτικό. Όταν, βεβαίως, φορούν κυλόττα, όπως σωστά παρατήρησε φίλτατος νεαρός. Η αγωνία των απηυδυσμένων αρρένων έχει φτάσει στο απροχώρητον, τόσο που συγκροτούνται πλέον παρακρατικές ομάδες δράσης για την επιστροφή αυτού του χρονοδιαγράμματος που έθετε εις τάξην όσα έπρεπε να μείνουν εν οίκω. Οι ομάδες αυτές, λοιπόν, εν δήμω εκθέτουν το πρόβλημα καλώντας σε κινητοποιήσεις και κοινωνική ευαισθητοποίηση, χρησιμοποιώντας πολλάκις ακόμη και τοιχογραφίες που περνούν σαφώς το μήνυμα. Μία από αυτές βλέπουμε στην κατωτέρω εικόνα.


Αλοίμονο στην κοινωνία που στερείται τέτοιας γνώσης. Αλοίμονον!

Το κανάρι πάλι κελαηδεί...


Τη βάρδια σήμερα την τέλειωσες στα κίτρινα, χρώμα που ταιριάζει τόσο με το γαλανόλευκο περιβάλλον του café, πόσο μάλλον με το μελαγχροινό σου κορμί. Κάθησες εκεί στο μπαρ σαν πελάτης και πήρες μαζί και τα μάτια μου. Το πρωί σε γλύκανα λίγο, ελπίζω (στο χρώσταγα από τη γιορτή σου ακόμη, που είχες repos), αν και είχες τις μαύρες σου σήμερις, έδειχνες. Πουλάκι μου λεύτερο, πότε θα σε κλείσω στο κλουβί της αγκαλιάς μου; Είμαι ξεκάθαρος μαζί σου: είμαι ο κυνηγός και είσαι το θήραμα. Ίσως να μην έχεις συνηθίσει το ρόλο σου, αλλά στο ρόλο θα κολλήσουμε τώρα; Κυνήγα εσύ αν θες και γίνομ' εγώ το γεράκι που θα πιαστεί στην ξώβεργα.

Να το φοράς το κίτρινο, κύρη μου. Μπορεί να μην κελαηδάς σαν καναρίνι, μεγάλος άντρας πια, αλλά το μάτι σου σίγουρα είναι παιχνιδιάρικο και χοροπηδάει στο κλουβί του.

Ερωτευμένοι Shakespeare - Ανθέων και Μητσαίων γωνία


Καλά που υπάρχεις κι εσύ, αγαπητό μπλογκ, και μαθαίνω ότι οι φίλοι μου ερωτεύονται. Ο Γώγος μετετράπη σε architectosaurus dangolamariniensis ενώ ο Κοκός αίφνης ξεκίνησε δίαιτα βασισμένη σε άνθη, ως γνήσιος απόγονος Ιαπώνων αυτοκρατόρων. Εγώ, βέβαια, όλ' αυτά τα ζω υπό το πρίσμα της παραλλαγής και του παιανίζοντος Εθνικού μας 'Υμνου (πλήρως ιταλικού στο στυλ). Παρά το ξίδι και τη σιωπή, τα οποία έκαστος το έκαστον χρειάζεστε να διέλθετε, εγώ είμαι παρών (αν και άλαλος). Η νύστα ρίχνει κρόσια ως καταρράκτην έμπροσθεν του οφθαλμού, μετά από ώρες εποικοδομητικής φύλαξης μερικών στρεμμάτων λίαν σημαντικού και εξοπλιστικώς παγχρησίμου γκαζόν, αλλά θα τής αντισταθώ διότι οφείλω εις τα πλήθη των θαυμαστών να γράψω δύο γραμμάς, βρε αδελφέ. Όπως ερρήθη και σε προηγούμενην καταχώρησιν, για όλα φταίει το γκαζόν, ιδίως εκείνο που φύεται εις στρατόπεδα.

Καθ' ότι, λοιπόν, ο Γώγος δηλοί ότι δεν διάγει κάτοχος της τέχνης του λόγου, θα προσπαθήσω να περιγράψω (και να γράψω σε) έναν άγνωστο με το όνομα Ητα. Γώγε, μπορείς να κοπυπεηστήσεις το κείμενό μου και να το οικειοποιηθείς, si tu veux. Ελπίζω με τον καινούριο σου έρωτα να γιατρευτείς από τους παλιότερους. Το λέει και ο σοφός ελληνικός λαός (με τον ιταλικό εθνικό ύμνο, μη λησμονηθείτω). Κοκέ, με σένα θα ασχοληθώ εντός ολίγου, κάτσε εδώ και περίμενε και άσε κάτω το ανθοδοχείο και τα μαχαιροπήρουνα.

"...Γλυκέ μου Ήτα, ο ερχομός σου στη ζωή μου στις 20 του πιο γλυκού μήνα στο χρόνο σημάδεψε τη δική μου άνοιξη, που την περίμενα κλεισμένος στο μακρύ χειμώνα μου, τον οποίον ενίοτε διέκοπταν μικρές αναλαμπές αχνού φωτός. Αυτό που με τράβηξε σε σένα και που με συμπλήρωσε ανεκλάλητα είναι η πραότητα και η γλυκύτητά σου, μα και το καυτό πάθος που κρύβει αυτό το βλαστάρι του κορμιού σου. Όταν χαϊδεύω το σκούρο δάσος των μαλλιών σου νιώθω μετάξι ότι γνέθω στην ανέμη των δαχτύλων μου μα και του έρωτά μου. Μαζεύω νήμα να δεθώ μαζί σου, σαν το μεταξοσκώληκα θα σε τυλίξω στο χρυσό κουκούλι για ν' ανθίσεις πλουμιστά φτερά, ψυχή απαράμιλλη, χάρμα ειδέναι. Στον έρωτα στόχος η ένωση, το καταβρόχθισμα, η πλήρωση όλων των αισθήσεων από σένα, καρδιά μου. Γέμισέ μου τα μάτια, το στόμα, τ' αυτιά και τα χείλη, τους πόρους και την αγκαλιά μου από Ήτα, χιλιάδες Ήτα επάνω μου και γύρω μου και μέσα μου. Βάλε και πάλι τα γαλάζια σου κι έλα να με στοιχειώσεις, να μην μπορώ ούτε λεπτό χωρίς το δάκρυ, χωρίς λυγμό και δίχως προσμονή. Εσύ είσαι η ήττα μου η πιο βαθειά, μα εκεί που χάνω εκεί κερδίζω, εκεί που λιώνω εκεί ξαναγεννιέμαι. Έχεις την εξουσία μου και την καρδιά μου, καρδιά μου όμορφη."

Κοκέ, εσύ δε χρήζεις βοηθείας στα λόγια. Εσύ απλώς απορροφήθηκες στον έρωτα και λίγο νιώθω παραμελημένος, αλλά καταλαβαίνω. Μού γίνατε κι οι δυό ποιητές και πολύ το χαίρομαι (η εκδίκηση του καλλιτέχνη...) Μια συμβουλή μόνον... καλά τα λουλούδια, αλλά βάλε και μια μπουκιά στο στόμα διότι θα μου εξαϋλωθείς και στην περίπτωσή σου χρειάζεσαι σώμα με δυνάμεις. Σού δίνω επομένως το χώρο που χρειάζεσαι (βάζοντας πίσω τα δικά μου θέλω) και ελπίζω η δική σου περίπτωση να λυθεί προς το μακροπρόθεσμα καλύτερο. Πρέπει να πω ότι φοβάμαι για σένα, αλλά ίσως στη θέση σου το ίδιο θα έκανα.

Ατιμε Έρωτα αφέντη, ὅς, στην περίπτωσή μας, ἐν μαλακαῖς παρειαῖς νεανίσκων ἐννυχεύεις... ὁ δ' ἔχων μέμηνεν. Γλυκειά μήνις, π'ανάθεμά την. Όλοι γατούλες γινόμαστε όταν μας αγγίξεις. Νιάου, πρρρρ και άλλα συναφή επιφωνήματα μεταφραζόμενα σε ανθρώπινα λόγια αλλά και ενέργειες μάς κάνουν και κυλιόμαστε ζητιανεύοντας το χάδι. Κι αν τύχει και μάς το δώσουνε... μισοκλείνουμε τα ματάκια παιχνιδιάρικα και παραδινόμαστε. Και καλά κάνουμε. Νιάου, λοιπόν.

Tuesday, May 22, 2007

Οινοπαραγωγή 1994


Έτσι που καθόμουν χτες και μετρούσα φύλλα από γκαζόν - μια λυτρωτική διαδικασία που όλοι πρέπει κάποτε να δοκιμάσουν στη ζωή τους -, περνούσαν απ' τα χέρια μου χούφτες χορτάρι κι απ' το νου μου αρμαθιές οι αταξινόμητες σκέψεις, καθώς έφεγγε καμπύλο το ιριδίζον τόξο της βροχής και των συναισθημάτων μου πέρα και μέσα στην ανατολή μου. Θυμήθηκα, το λοιπόν, το Φλεβάρη του '06, όταν έπνεα τα λοίσθια βουρκωμένος στον πυθμένα της καρδιάς μου, μια Κυριακή πρωί που αναστήθηκα σαβανωμένος από την κλίνη μου μ' αυτό το καταδιωκτικό αίσθημα της ασφυξιογόνου παραίσθησης ότι λείπεις μέσα από το σώμα σου, ή έστω ότι δεν ανήκεις σ' αυτό. Ακολούθησε ένα τσουνάμι από τάσεις φυγής που μεταφράστηκαν σε δεκαπεντάλεπτη αροναρονική ψευτοετοιμασία, απ' αυτή που παίρνεις τρεις κάλτσες, κανένα βρακί, πέντε παντελόνια και δύο πουκάμισα που ταιριάζουν μόνον μεταξύ τους, την οδοντόκρεμα αντί τη βούρτσα, ορειβατικά μποτάκια, το φορτιστή του λάθος κινητού, σιντί με εκκλησιαστικούς ύμνους, το μαγιώ σου (Φεβρουάριος...) και, στο δρόμο, ένα τσουρέκι Τερκενλή, αφού βέβαια έχεις πάρει την απόφαση πού θα πας.

Εκείνη τη μέρα, επί το προκείμενον, μου κατέβηκε να πάω προς τα Ιωάννινα, όπου είχα αποθηκευμένο από παλιά, από το '94, σ' ένα κελλάρι της καρδιάς μου ένα παλιό, πολύτιμο κρασί. Ήταν καλή χρονιά το '94, για κρασιά, για αποφάσεις και για φίλους. Το κρασί αυτό με περίμενε χρόνια, όλο έλεγα ότι τώρα θα πάω, ύστερα θα έλθω κι όλο κάτι τύγχανε και ανέβαλλα. Δώδεκα χρόνια μετά αποφάσισα, ίσως και γιατί χρειαζομουν για πρώτη φορά το μεθύσι του, να πάω κοντά. Δεν ήταν κόκκινο κρασί. Λευκό, ελαφρύ αλλά σταθερό, αυστηρό στους τόνους αλλά με γλυκειά μυρωδιά και διάφανο, σχεδόν ξανθό. Το αυτοκίνητο έτρωγε βενζίνη και γεννούσε χιλιόμετρα. Αφού διέσχισα μια Ελλάδα που φάνταζε σαν χωροχρόνος του Lewis Caroll - θες τα δάκρυα, θες οι λυγμοί, όλα γύγω μου κυμάτιζαν περίεργα - έφτασα τελικά στην πολιτεία που λούζεται δίπλα σε μια λίμνη γεμάτη μυστικά. Έκανα τους κατάλληλους συνειρμούς, έριξα τις δέουσες κατάρες και μετά από περίπου 430 στροφές χώθηκα ανάμεσα στα κτίρια κινούμενος ασυναίσθητα σ' ένα δρόμο που είχα περάσει πριν πολλά χρόνια με ανθρώπους αγαπημένους που δεν είναι πια, σ' ένα δρόμο που θα μ' έφερνε στη διαφυγή μου και στην αντιμετώπιση, μετά από τόσα χρόνια, της απόλυτης ρήξης.

Το κρασί μου με καλοδέχτηκε και με φιλοξένησε στην δική του απλή μοναξιά, άκουσε τα πικρά μου λόγια, με είδε να κλαίω και σκούπισε τα δάκρυά μου, με χάιδεψε όσο ξάπλωνα στην αγκαλιά του και με τρία χάδια αποκοιμήθηκα όπως είχα να κοιμηθώ χρόνια τώρα. Με την απλότητα της γεύσης του απέσπασε τη σκέψη μου από τα πολύπλοκα δίχτυα της παράνοιας και μου έδειξε έμπρακτα το δρόμο με τη μεγάλη πινακίδα που λέει "Η ζωή συνεχίζεται και πέρα από τους τάφους".

Όταν έφυγα, γιατί έπρεπε να φύγω, το κρασί με αποχαιρέτησε, πάντοτε αλισκόμενο και μηδέποτε δαπανώμενο όπως ο,τιδήποτε γέμει αγάπης, και με διαβεβαίωσε ότι θα με περιμένει πάντα. Ίσως το ευχαριστώ μου να μην ήταν σαφές τότε, όμως πάντα υπήρχε μέσα μου και έτσι, απλά, αυτή τη μνήμη θάθελα να την ειπώ. Τού χρωστάω πολλά, του ηπειρώτη οίνου του ξανθού και μετρημένου. Δεν το ξέχασα ποτέ. Οι ώρες είναι πάλι δύσκολες. Τα προϊόντα του '94 όμως, και τα κρασιά και οι αποφάσεις αλλά κυρίως οι φίλοι είναι πάντα εκεί και με γλυκαίνουν. Δηλώνω ευγνώμων.

Saturday, May 19, 2007

Κειριαδών & Σφηττίων


Ξέρεις ότι πραγματικά σ' ενδιαφέρει κάποιος όταν περιμένεις πώς και πώς να περάσει η μέρα με όλη την ανία αλλά και την παράνοιά της για να βρεθείς κοντά του. Το μαζί του είναι άλλη υπόθεση. I wish. Θα αρκεστώ όμως στο κοντά του, ελλείψει άλλης επιλογής. Βέβαια, είναι και ο Miguel στη μέση. Πόσο γλυκό και αναπάντεχο αυτό που έκανε, να με σταματήσει μέσα στο δρόμο, ξένος αυτός σε ξένη χώρα μόνος, να μου πει ότι θα ήθελε να βγούμε το βραδάκι οι δυό μας να του δείξω την πόλη! Δε νομίζω ότι θα το ξαναζήσω αυτό και η αλήθεια είναι ότι με κατέλαβε εξ απίνης. Κράτησα εντούτοις το νούμερό του και τη γλυκειά αίσθησι που με ανέβασε τόσο ετούτη τη δύσκολη περίοδό μου.

Αλλ' όμως, πίσω στο χορό. Δεν ξέρω ακόμη αν θα ειδωθούμε το βράδυ με τον άντρα αυτόν τον επικίνδυνα ερωτεύσιμο. Μαθαίνω πως ναι γύρω στες 21:30. Πετάω. Φλερτάρω μαζί του στο τηλέφωνο. Μόνο ακούγοντας τη φωνή του αναβλύζει μέσα μου πάλι η αλήθεια. Η αλήθεια είναι ότι τον θέλω. Δε με νοιάζει το σεξ (ψέμματα, με νοιάζει αλλά εδώ δεν είναι η προτεραιότητά μου, in fact, σχεδόν ποτέ δεν είναι η προτεραιότητά μου). Θέλω να τον καταβροχθίσω, να τον γλύψω με τα μάτια μου από πάνω ως κάτω, να ζυμώσω τα χέρια του μέσα στα δικά μου και να καταφιλήσω τα περίτεχνα δάχτυλά του, να πάρω απ' τη φλόγα του και να φουντώσω απ' τον άνεμό του, να τον κρατήσω στην αγκαλιά μου αιώνες και να τον ασφαλίσω εκεί. Να καθαρίσω την ψυχή του από τα βάσανα με το άρωμα της λατρείας μου. Θέλω να κάνω ατελείωτο έρωτα μαζί του βυθισμένος στα μάτια του και κορφολογώντας τα χείλη του καθώς τα κορμιά μας θα βρίσκονται σε σύντηξη. Αυτό όμως δε θα συμβεί τώρα. Σε μιαν άλλην εποχή, όταν αποστάξουμε και οι δυο τα παλιά αμαρτήματα, ίσως. Θέλω να κοιμηθώ στην αγκαλιά του κι αυτός στη δική μου σαν παιδάκι. Θέλω να ζήσουμε μαζί, να μιλούμε ώρες και να σιωπούμε μέρες, να προσευχηθούμε μαζί, να γεράσουμε μαζί, να πεθάνουμε μαζί, να θαφτούμε μαζί και ν' αναστηθούμε μαζί. Όταν ο Έρωτας, πού ο Θάνατος?

Ανήλικε φίλε μου Ιταλέ, εσύ με καταλαβαίνεις απόλυτα. Ελπίζω ακόμη κι η ελπίδα αναπνευστήρας που με κρατάει στον κόσμο. Βρισκόμαστε τελικά στες 23:00. Αγκαλιά, αγκαλιά μου αχόρταγη. Ταπετσαρία σε λευκό, ερυθρό και μέλαν. Χώρος ο ζεστός, χρόνος ο νεκρός, αίσθησις η αιωνία, τρόμος του τέλους. Αθηναϊκόν μονοπώλιον για μεζέ και κουβεντούλα. Κεκοπιώσες ιστορίες και μάτια που μιλούν, χέρια που αγγίζονται και λόγια που κρύβουν άλλα λόγια. Το μαζί μακριά, ίσως ουτοπία. Κύκλος οι διαθέσεις της ζωής κι εμείς, εγώ, καλούμαι να τον πλάσω προς ευθεία. Αραγε μπορώ; Εσύ, άντρα μου της ομορφιάς, την παίζεις την καρδιά μου που στην έδωσε κομπολόι ο Έρωτας. Εγώ δε θα σού φορτώσω το βάρος του δικού μου συναισθήματος. Δεν ξέρω αν τ' αντέχεις. Λογαριασμός. Κερνάς. Να φύγουμε; Να φύγουμε. Περπατάμε. Θέλω ν'ανέβω σπίτι σου και να σου δώσω ένα δείγμα όσων περιγράφει η παράγραφος 2. Εσύ όμως όχι, αλλιως θα το ζητούσες. Ή μήπως όχι; Προσπερνάμε. Πειραιώς. Στο βροχερό μας βράδυ αυτό, μια κίτρινη μικρή και φωτεινή ταμπέλα θα πάρει το σώμα μου μακριά σου, όσο η σκέψη μου μένει καρφωμένη εκεί απ' την αδράνεια, σα συννεφάκι από υπερταχύ καρτούν που αφήνει πίσω σκόνη. Φιλιόμαστε και ξαναφιλιόμαστε αφού έχουν περάσει ήδη 4 ταξί. Μπαίνω στο πέμπτο. Να προσέχεις, Κέντρο μου. Στο κέντρο πάω, στο Κολωνάκι παρακαλώ. Στο σκοτεινό σπίτι, χωρίς σκέψη πια. Κι ο Miguel σίγουρα θα κοιμάται. Τι να κάνει κι αυτός...

Στη μέση νύχτα ξυπνώ με πόνο στο κέντρο μου. Ως πότε μόνος. Ως πότε μόνον εραστές του σώματός μου. Θέλω την αγκαλιά σου, θέλω το χάδι σου, θέλω στο στόμα σου να πιώ τη νύχτα και το μέλι. Θέλω τη γύμνια σου επάνω μου, θέλω το κλάμα σου, το θέλω μέχρις εσχάτων, να φορέσω τις πέρλες των δακρύων σου και να γευτώ το αλάτι τους, θέλω τα λάθη σου όλα να τα σηκώσουμε μαζί και να τα ξανακάνουμε μαζί. Κατ' Αλεξανδρέα, "τον έρωτα που γύρευες είχα να σε τον δώσω, τον έρωτα που γύρευα να με τον δώσεις είχες". Διάπυρο έρωτα, άψογα ωραίον. Το γιατί δεν δόθηκε, μοιραίον.

Tuesday, May 15, 2007

Αγιόκλημα μετά ρόδου σε ιστό την ανατολή


Η ώρα πέμπτη πρωινή του Μαΐου είναι ακριβώς εκείνη που ορίζει το μεταίχμιο μεταξύ απολύτου σκότους και φωτός, όταν μόλις αρχίζουν να αχνοφαίνονται οι κορυφογραμμές στο ημίεγγυς βάθος του ορίζοντα. Μη έχοντας άλλη επιλογή, θα ζήσω εδώ στην πουθενόμεση άλλη μια ανατολή που θα με κάνει έστω για λίγο να ξεχάσω που βρίσκομαι έγκλειστος εδώ παρά τη θέλησή μου, όπου "εδώ" βάλε χώρο αλλά και διάθεση.

Στο μεταξωτό ημίφως που υφαίνει το σκουλήκι που τρώει το σκοτεινό φύλλο της νύχτας εμφανίζεται σαν αργοκίνητο βέλος η άκρη της θείας Σελήνης πάνω από το όρος. Σε 7 λεπτά έχει πλατειάσει και μιμείται το νύχι του χεριού μου. Σηκώνω το σκόπευτρο και την περικλείω ολοκληρωτικά και μοιραία. Τη ντροπιάζω κι εκείνη απομακρύνεται, ψηλώνει στο στερέωμα, μου φεύγει. Βαρύ το όπλο, βαρειά και η Σελήνη από συναίσθημα και δεν αντέχω και πολύ, πόσο μάλλον που πονάω. Η ανατολή πλησιάζει αναπότρεπτα πια. Στο απύθμενο ύψος περνούν αεροπλάνα σαν ψευδοκομήτες με την ουρά σε στάση περιφρόνησης στον ήλιο. Απομακρύνονται κι αυτά, σαν τους ανθρώπους της ζωής μας, χωρίς να ξέρουν καν πως κάποιος εκεί κάτω κρατήθηκε απ' τη θωριά τους για να μην βουλιάξει στον ύπνο και στη σκέψη.

Τούτη την ώρα ο άνεμος κρυώνει τις καρδιές όσων βρεθήκαν μόνοι να φυλάγουν κούφιες Θερμοπύλες και κλίνες αδειανές. Κάνει ένα κρύο πριν την ανατολή, σα ν' ανατριχιάζουν τα δαιμόνια που θα ξαναδούν τον ήλιο. Μέσα στο κρύο αυτό αεράκι τρυπώνει ναζιάρικα στα ρουθούνια μου η ψυχή ενός αγιοκλήματος που θροΐζει κι αυτό περιμένοντας. Αποφασίζω να γυμνώσω τη σκέψη μου και να δεχτώ το πρώτο πρώτο χάδι σήμερα απ' τον ήλιο, μια που εσύ δεν είσαι πια (ή ακόμη) εκεί να μου το δώσεις. Θα το περιμένω εδώ, ζωσμένος το σίδερο και δοσμένος στον ίμερο μιας έτερης ανατολής που προσδοκώ να με βρεί αναπάντεχη, αναπότρεπτη και λυτρωτική. Εδώ, ανάμεσα στο αγιόκλημα και το ροδόδεντρο, κάτω απ' τις λάλες λεύκες και δίπλα στον ιστό όπου μια άτακτη σημαία αποχαιρετά το σκοτεινό φύλλο της νύχτας με πτυχώσεις που μοιάζουν ως "χαίρε". Εκεί ας με αγγίξεις, ώ Ηλιε αναμενόμενε μα ποτέ ανιαρέ. Τις τελευταίες στιγμές πριν να φανείς, μετρώ με ανάσες τα δευτερόλεπτα που, σαν κατολίσθηση θα διασχίσεις το στερέωμα με ταχύτητα ιλιγγιώδους "c", θα χτυπήσεις πάνω μου με ορμή και θα διαχυθείς ξανά στο σύμπαν. Θρίαμβος! Πάρε με μέσα σου, ακτίνα πρώτη της αυγής, που έχεις τόση γλύκα πάνω στο πρόσωπό μου όση το νέκταρ του αγιοκλήματος κι η εκπνοή του ρόδου εκεί στη ρίζα ενός ιστού που κάποτε κυμάτιζαν τα όνειρα που έκανα σε κάθε ανατολή. Δάκρυα με λούζουν, να σταματήσω δε θα καταφέρω. Είναι συγκλονιστική η καθαρή σου αλήθεια όπως χτυπάει το μάτι μου και πίσω απ' το μάτι τα σκοτάδια που έχω εντός μου. Δακρυρροούσιν οι οφθαλμοί μου από μετανοίας. Φτιάχνει μιαν ίριδα το κάθε δάκρυ που κυλάει στο παγωμένο πρόσωπο και όμως, το μάτι επιμένει να τρυγά απ' το απαστράπτον φως. Πόσο πολλά μπορεί να τίκτει μια τόση σιωπή σαν της ανατολής. Βουβό μεγαλείο που αξιωθήκαμε μεις να το ζήσουμε, ψυχή μου. Κλαίω σαν παιδάκι και σα μάνα την ίδια στιγμή, ενστερνιζόμενος το ακατανόητο και άρρητο θαύμα. Ζω.

Θάναι μια δύσκολη, γεμάτη μέρα. Εγώ όμως είδα την ανατολή. Μύρισα και το αγιόκλημα που την ώρα του πόνου μού θύμισε την ομορφιά. "Ο πόνος μας", απεφάνθη το ρόδο την ώρα που το φίλαγε η αυγή, "αρχίζει όταν ξεχνούμε ν' αγαπάμε". Εκεί, παρέα τους, σκέφτηκα πως όλα τα μεγαλεία είναι βουβά. Κι ο πόνος και το φως και η αγάπη. Μιλούν αλλιώς τῷ ἔχοντι ὦτα ἀκούειν.

Friday, May 11, 2007

Κυριλλέ

Ιμείρω το νέκταρ της άνοιξης. Σήμερα γιορτή. Θα περάσω να σε δω πάλι, όμορφε άγνωστέ μου με το εορτάζον όνομα και το comme il faut χαμόγελο. Ας ήξερα σήμερα αν μπορείς ν' αγαπάς και πίσω απ' αυτό το ανελκυστικό και πολλά υποσχόμενο γέλιο και το αινιγματικό βλέμμα της σκούρης απόλαυσης, αν μπορείς να δίνεσαι πλήρως στην ηδονή του μαζί των σωμάτων μας και του για πάντα των ψυχών μας. Εκεί στην πλαζ της Ικτίνου σ' έχω κάθε που γλυκαίνει το φως και η γωνία του αλείφει μέλι στα πρόσωπα που χαιδεύει. Ζηλεύω το φως που μπαίνει μέσα σου ενώ εγώ όχι. Θα ριγήσει πάλι η πλάτη μου με το βραχύχρονο άγγιγμά σου το γεμάτο αναρώτηση; Στο café της χαράς μου το κυριλλέ, je te voudrais donner mon sourire promis royal ce soir! Θάναι κι άλλοι μαζί μου, αλλά εγώ εκεί το βλέμμα μου, εκεί την ακοή κι εκεί την προσοχή μου, όπου εσύ και η λευκή ποδιά σου που θέλω να λύσω στο τέλος της βάρδιας. Κι όπως θα πέφτει ανήμπορη από πάνω σου θα πέφτουν τα σύνορα που ο κόσμος βάζει μεταξύ μας. Σιαμαίοι θα γίνουμε στα χείλη και στα μάτια και στα χέρια, γυμνοί από conme il faut κι από σενάρια κι από φύλα.

Κι ας είσαι μια απ' τις τόσες μου αρχές που καταλήγουν στο μόνος. Χαλάλι.

DAEMON NOVUS