Sunday, November 02, 2014

Ένα τσιτάτο η ζωή μου.

Και τώρα, αγαπημένοι μου φίλοι, θα σας δείξω τον τρόπο που πρέπει κανείς να ζει.

Ανοίγοντας το ένα μάτι το πρωί της καινούριας, γεμάτης ευκαιρίες για προσωπική εξέλιξη μέρας, πληκτρολογώ - ακομη ξαπλωμένος στο κρεββάτι - στον επιαγκάλιο ΗΥ τον οποίον έχω κρεμάσει ανάποδα από το ταβάνι - είδει ηλεχτρονικιάς νυχτερίδας - σε ειδικό βραχίονα πάνω από τη μούρη μου, το πρώτο από τα αγαπημένα μου σάητ με αποφθέγματα ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος, τα οποία ήλθαν στη φιλοσοφική εικονική πραγματικότητα μέσω του τρισευλογημένου ντερνέτ, που το λέει και η εβδομηκοντούτης μάνα μου. Αμέσως, αγαπητοί φίλοι, ξεχύνονται μπροστά μου αιώνιες σοφίες σωρό. Ποια να πρωτοδιαλέξω! Μαο, Λαο, Ρουζβελτ, Τσε, Τσετσε, Σωκράτης, Ιπποκράτης, Ηράκλειτος, Κομφούκιος, Βάνα Μπάρμπα, Βέφα Αλεξιάδου, Κούντερα, Κουστουρίτσα, Κουροσάουα, Κουροφέξαουα, Βούδας, Κούδας, Λάμα, Γιόντα... ανάλογα με τη διάθεση της στιγμής, την ορμονική μου κατάσταση και τον καιρό, επιλέγω μία και την ποστάρω στο Φέησμπουκ, το μεγάλο μας τσίρκο, για να τη μοιραστώ μαζί σας. Θελω να σας δείξω πώς βιώνω τη ζωή μου, πώς συμπεριφέρομαι στο κάθε μέρα μου, κάθε ώρα μου, κάθε λεπτό μου σε όλους σας ανεξαιρέτως, πώς έχω αποφασίσει να περάσω το υπόλοιπο του επίγειου χρόνου μου. Εσείς, αγαπημένοι μου, αμέσως σπεύδετε να ανταποκριθείτε στο κάλεσμά μου αυτό με μουσικές εξαίσιες, με φωνές, με σχόλια στήριξης του αγώνα, με εράνους και συναυλίες αλληλεγγύης, γνήσιοι υποστηριχτές της μάχης για μια καλύτερη ονλάην ζωή, για ένα καλύτερο τσιτάτο αύριο.

Όταν ανοίξω και το άλλο μάτι, αποκτώντας έτσι το πλεονέχτημα της στερεοσκοπικής όρασης που μου χάρισε ο καλός Θεούλης (του οποίου τσιτάτο θα δημοσιεύσω σύντομα), τρέχω να κάμω έναν καφέν, να ανοίξει το μυαλό για να οργανώσω την επόμενη κίνηση στη μάχη για το σλόγκαν ζωής. Εσείς, στο μεταξύ, έχετε κατακλύσει το ποστ μου με την αληθινή αγάπη σας. Είναι πια καιρός να σας ανταποδώσω όλη αυτή την προσοχή που μου δίνετε, κατανοώντας την ανάγκη μου, με ένα δεύτερο τσιτάτο. Ξανανοίγω τον Πακτωλό ονλάην, τοποθετώντας τον ΗΥ στο ειδικό σκαμνάκι USB του λουτρού καθώς ανακουφίζομαι επί της τουαλέτας. Αυτό το εσπαραγμένο ρητό από πάπυρο του Qumran του 2ου μ.Χ. αι. φαίνεται να ταιριάζει απόλυτα στην περίσταση. Και ιδού: το δεύτερο ποστ της ημέρας είναι ήδη γεγονός, πράγμα που ξεσηκώνει εικονικές ζητωκραγές από σας, το φανατικό κοινό μου. Πόσο αγαπώ την πολυχρωμία σας, τα ετερόκλητα σχόλιά σας, το εύρος των απόψεων, το πόσο παχύ είναι, τη γεμάτη γεύση του... είμαι, βλέπετε, μαθημένος στο καλό, το γνήσιο, το αληθινό. Σας ευχαριστώ με ":0, :-*, :), :p και άλλες παραπλήσιες εκφράσεις γνησίου συναισθηματικού βάθους.

Μέχρι να πιω τον καφέν μου, η ανάγκη για ένα νέο τσιτάτο είναι πια απτή. Η διαδικασία θα επαναλαμβάνεται, αγαπημένοι μου πραγματικοί φίλοι, ολημερίς, με μικρά διαλείμματα για εργασία, μελέτη, αναπνοή και αλλαγή εσωρούχου. Ξέρω πόσο με καταλαβαίνετε, ξέρω την προσήλωσή σας στον κοινό μας αγώνα για το τέλειο πόστ, στον οποίο έχω αφιερωθεί ψυχή τε και σώματι, αποποιούμενος κάθε ευτελή συνήθεια όπως το αηδιαστικό έμπρακτο νοιάξιμο, ο βδελυρός συγχρωτισμός καθώς και η πιθανότητα να σας συναντήσω σε πραγματικό χρόνο.

Πραγματικά σάς ευχαριστώ, αγαπημένοι μου. 
Δεν ξέρω πώς ζούσα πριν το Φέησμπουκ.
Και ώσπου να ανοίξει και το τρίτο μάτι μου, δεν έχω ιδέα πώς να ζήσω χωρίς αυτό.-


Monday, December 05, 2011

Quem amat Deus

Λίγο πριν τα μεσάνυχτα ο αγέρας παγωμένος τρεκλίζει και παραδέρνει στα στενά της Βιέννης, τρυπώνοντας στις χαραμάδες σπιτιών αλλοτινών, να πάρει από τη ζέστη τους. Φυσάει στη Rauhersteingasse, όπως φύσαγε και τότε, εκείνο το βράδυ σαν σήμερα, το 1791. Σκοτεινό το στενό, μα δειλά τρεμοπαίζει στο παράθυρο το φως του κεριού που ερωτοτροπεί με τον άνεμο στο απέριττο δωμάτιο που ήταν το κρεβάτι του.

Εκείνος, χαϊδεμένος πια του Χάρου, ημιπαράλυτος, ημιθανής ημίθεος, αποσταλάζει στο τσαλακωμένο χαρτί χωρίς ψεγάδι τις τελευταίες νότες - δάκρυα του αιώνιου Λακριμόζα - και μαζί τους στραγγίζει η ζωή του. Αφουγκράζεται τα προϊόντα, ως πράττουν σοφοί. Τα μάτια κλειστά, μη βλέπει την άθλια φτώχεια, τ'αυτιά και το πνεύμα ορθάνοιχτα στον ουράνιο πλούτο που μυστικά κατέρχεται μέσ' απ' το πυρέσσον χέρι στο χαρτί. Ξέρει. Νοιώθει. Το ποτίζει με τα δάκρυα του στερνού αντίο προς την τέχνη που λάτρεψε. Quam olim Abrahae promisisti... promisisti, Deus!

Διακόσια είκοσι χρόνια ακριβώς αργότερα, εγώ μπαίνω στον ίδιο ναό που αγάπησε κι εκείνος, μόλις δυο τετράγωνα από το δωμάτιο με το κερί και το μυστήριο, για ν'ακούσω το ύψιστο θαύμα της μουσικής που ατενίζει τον ένθρονο Θεό, όπως Τον ατένιζε κι εκείνος τις ώρες αυτές που γλυστρούσε προς τα πάνω, αφήνοντας πίσω σα κομήτης την πιο χρυσόφωτη ουρά, το Ρέκβιεμ. Quid sum miser tunc dicturus? Ποιά λόγια να αρκέσουν για το άφατο; Γλώσσες δεν το χώρεσαν, μυαλά δεν το συνέλαβαν. Απόδειξη μιας πραγματικότητας πιο αληθινής από τον ορατό κόσμο. Διαβαίνοντός μου το κατώφλι, η καμπάνα χτύπησε μεσάνυχτα.

Δεν υπάρχει πιο υπαρκτό από τον ήχο, που γεννιέται κατευθείαν από ενέργεια και εξαϋλώνεται ευθύς πάλι σε ενέργεια. Στα τέσσερα πρώτα μέτρα ήδη ξέρω ότι εκείνος είδε. Ότι εκείνος γνώρισε, ότι εκείνος είναι τώρα εδώ. Οι νότες διεισδύουν μέσα μου σα σωτήριο φως, το Υπερπέραν αντανακλάται στα αδαμάντινα δάκρυά μου, προσφορά των ματιών στο αιώνιο. Η καμπάνα είχε χτυπήσει και τότε μεσάνυχτα και, πενηνταπέντε λεπτά αγωνίας μετά, ο Θάνατος - ή αλλιώς, ο signifer Sanctus Michael - τού πήρε ευγενικά την πέννα, τον ξάπλωσε και τον έλουσε στο αιώνιο Φως που ακτινοβολεί το έργο του σε μας τους τιποτένιους. Ξεπλήρωσε πια τη θνητότητά του. Πέρασε αντίπερα αιθέριος, in lucem sanctam. Την ακριβή ώρα του περάσματος ακούγεται στο δέρμα μου απάνω που τρέμει διακόσια είκοσι χρόνια τώρα, το "Quia pius es".

Το κερί στο παράθυρο έσβυσε τότε. Εδώ και διακόσια είκοσι χρόνια όμως εκείνος είναι πιο ζωντανός από ποτέ. Το καμπανάκι στον Αγιο Στέφανο ηχεί το δεσπόζον τέλος και η πομπή των μουσικών ξεκινά για την κηδεία του. Αν ποτέ κανείς βρεθεί στη Βιέννη στις 4 Δεκεμβρίου αργά το βράδυ, ξημερώματα προς 5, ας ζήσει αυτά που έζησα εγώ απόψε.

Δικέ μας Μότσαρτ, Αγαπημένε του Θεού, σ'αγαπάω.

Thursday, March 31, 2011

Η εποχή των αποσιωπητικών



Το απαύγασμα του σύγχρονου τρόπου επικοινωνίας, φιλτραρισμένο μέσα από τα ηλεκτρονικά μέσα, έχει αποκρυσταλλωθεί, ἑλληνικῷ τῷ τρόπῳ, στην ύψιστη μορφή παραμετρικής συμπύκνωσης: τα αποσιωπητικά. Σαν άλλος κώδικας Μορς, μονοψήφιος μεν, πολυνοηματικός δε, καταδυναστεύει τα μηνύματα στο κινητό τηλέφωνο, στα chats μέσω ΗΥ, στις ηλεκτρονικές αλληλογραφίες που γεννιούνται με το πάτημα πλήκτρων αντί χειρογραφής, εν τέλει στην όποια έλλειψη περιεχομένου και αδυναμία έκφρασης πλήρους ολοκληρωμένου νοήματος στο άτσαλο και σπαραγματικό κείμενο των περιορισμένων αριθμητικά χαρακτήρων. Λες και δε θέλουμε ν' αφήσουμε μόνη της την τελεία, την οραματιζόμαστε εις τριπλούν, όταν μας βολεύει. Λες και θα πάθουν ασφυξία οι λέξεις αν έλθουν πιο κοντά, όπως παθαίνει ασφυξία η ψυχή που δεν της δόθηκε γλώσσα - ελληνική ή όχι - να εκφραστεί. Δείγμα των καιρών ο φόβος του Κοντά.
Εισάγουν, σφήνα στη σαφήνεια των κειμένων, τα όσα δεν μπορούμε, δεν τολμούμε, εντούτοις θέλουμε να φωνάξουμε. Αν δε θέλαμε, δε θα χρειαζόταν η ένδειξη πως αποσιωπούμε. Απλώς δεν θα τα εκφράζαμε. Αφήνουν μικρές φωλιές στο λόγο, διαρρηγνύοντας τη ροή, νάρθει να κουρνιάσει μια – ενίοτε - στρεβλή φαντασία χρωματισμένη από την εκάστοτε διάθεση του εκάστοτε δέκτη και κατορθώνουν, τρία αυτά, να αποχρωματίσουν ή να επιχρίσουν μακροσκελή νοήματα, κατά τ' άλλα σαφή, με αποχρώσεις αμφιβολίας, υπονοήματος, απαξίωσης ή ανημπόριας λεκτικής απόδοσης της αλήθειας μας. Και δεν είναι πάντοτε ανημπόρια ακούσια.
Διαβαίνουμε την εποχή των αποσιωπητικών. Οι λέξεις αποδημούν χειμώνος επικειμένου κι αφήνουν πίσω τις κουτσουλιές τους. Τελεία, τελεία, τελεία. Θέλω να σου μιλήσω, μα δεν τολμώ. Προτιμώ να καταλάβεις εσύ, μόνος σου, τι έχω στο κεφάλι μου γιατί εγώ θέλω μεν, αλλά βαρειά η ευθύνη και πώς να την. Θέλω να με πλησιάσεις εσύ, αλλά σε φοβάμαι, άρα “...”. “Καλημέρα σου...”, αλλά όχι “Καλημέρα σου”. Πόσα μπορεί να κρύβει ένα καλημέρα με τρεις τελείες; Βάλε εσύ το υπόλοιπο. Έσο υποκειμενικός, μην τυχόν καταλάβεις ποτέ όσα σκέφτομαι. Αρκεί βεβαίως να καταλάβεις, θέλω να καταλάβεις ότι σκέφτομαι κι άλλα – ergo sum – λες και δεν τό 'ξερες, λες και περίμενες τρεις τελείες να στο πουν, τόσα άλλα, που με πνίγουν, που θάθελα να μπορώ αλλά που δε μπορώ να σου πω στα ίσια γιατί δε μου τό 'μαθαν το θάρρος των λόγων που πηγάζουν από καρδιάς και κατορθώνουν ν' αναβλύσουν χωρίς να χάνονται σε μαύρες τρύπες.
Φιμώνουμε με τρεις τελείες – σύμβολο του “Σ” στον κώδικα Μορς – τα συναισθήματά μας: ΣΣΣΣ! Εκεί να δεις! Τραίνο ολόκληρο οι τελείες! Οργή, δεν επιτρέπεται. Αντ' αυτής η διπλωματία Ντοτ Ντοτ Ντοτ. Επιθυμία και πόθος δεμένα πισθάγκωνα με τρεις κόμπους και τα λύτρα που ζητάμε απ' τον άλλον ίσως να μη φτάσουν ποτέ να μας λυτρώσουν, γιατί σπάνια θα νοιαστεί κάποιος ν' αποκρυπτογραφήσει εις βάθος. Αυτοεγκλωβισμένοι έρωτες που δε λιάστηκαν στην έκφραση, σαχλά υπονοούμενα που νομίζουν πως πιπερώνουν άσαρκο λόγο, παιγνίδια ἐν οὐ παικτοῖς. Το τραγικότερο, όταν φτάσει η στιγμή που λησμονιέται ο λόγος και μένουν οι λάλες τελείες ν' αναβοσβύνουν ασάφειες.
Κάποτε ήμαστε φειδωλοί, οι γράφοντες άπαντες, σε αποσιωπητικά, αλλά πλήρεις νοημάτων. Ασεβήσαμε πια. Ο ναός του μεταξύ μας λόγου χορτάριασε και στο βωμό του θυσία καμμιά. Οὐαὶ ἡμῖν, τοῖς κατατρυχομένοις παρά του συγγραφικού πουαντιλισμού, λόγιου ή καθημερινού, του πολιτισμού της απουσίας νοημάτων, της αποσιώπησης των αληθειών και της υπερπεριληπτικής συμπύκνωσης ενός βαθέος πλούτου συναισθημάτων στο τριπλό σύμβολο του τέλους. Μοιάζει το φαινόμενο με υπερκαινοφανή αστέρα που, συνεχώς συρρυκνούμενος, καταλήγει σε μαύρη τρύπα, να απορροφά ακόμη και το φως. Κυρίως το φως. Κι αυτό επί τρία.

Saturday, October 09, 2010

Σκιές (δύο)



Ήσαν πάντοτε δύο, και ξαφνικά η μία χάθηκε.
Ήσαν πάντοτε δύο;
Ποιά χάθηκε;
Ο ήλιος του απογεύματος είναι ακόμη εκεί, καθώς περιμένει πάλι να κρυφτεί πίσω από δύο σκιές. Η μία τού είναι λίγη, πολύ λίγη...

Tuesday, October 05, 2010

Ο Φραμπαλαδένιος


Η παγκόσμια μυθοπλασία άλλων καιρών μάς έχει κληροδοτήσει θρύλους και εικονίσεις πλασμάτων της φαντασίας, όπως ο Γρύπας, η Χίμαιρα, ο Μονόκερως, ο Κένταυρος, η Γοργόνα, ο Βασιλίσκος. Θες τρόμος για το αλλόκοτο τέλειο, θες διογκωμένες απ' τον καιρό εμπειρίες θέασης τεράτων, θες ευσεβείς πόθοι... πάντως, πλάσματα που, είτε υπήρξαν είτε όχι, μας συντρόφεψαν στις παιδικές - ή όχι μόνον - διαφυγές μας από τη δύστροπη, αμείλικτη, φορές σαδιστική πραγματικότητα που μας αναγκάζει να δούμε ποιοί είμαστε.

Τις προάλλες ο καινούριος μου φίλος με το πολύτιμο όνομα, εν μέσω τσιγάρου και καφέ, στην πολυθρόνα της κατάθλιψής του μού μίλησε για τον Φραμπαλαδένιο. Ένα μοναδικό πλάσμα που βρέθηκε κοντά του για κάποιο διάστημα και που εγώ είχα την τύχη να συναντήσω κάποια χρόνια μετά στη δική μου ορειβασία στο δάσος του βίου.

Πριν τον γνωρίσω, ένα ζεστό, σκιερό, ορεινό μεσημέρι που μού 'φερε τη ζωή σε αιφνίδιο σταυροδρόμι, ήμουν πια σχεδόν βέβαιος πως υπάρχουν ελπίδες στον κόσμο, μια κεκτημένη σιγουριά για την οποία είχα παλέψει τους δικούς μου παρελθόντες δαίμονες. Δαίμονες φρικτοί, που για καιρό με είχαν κλείσει στην απομόνωση μιας κόλασης γεμάτης δυσπιστία, θλίψη και θυμό. Τι άραγε κουβαλάμε μέσα μας, χωρίς καν να το γνωρίζουμε! Κι όμως, αυτό το αγνώριστο "κάτι" μάς καθορίζει τόσο απόλυτα στις - φαινομενικά συνειδητές - επιλογές μας! Κι ούτε καν μπαίνουμε στον κόπο να αμφισβητήσουμε εαυτούς, και πρεσβεύουμε τα Αλάθητα χωρίς νά 'χουμε ψαχτεί ποτέ, χωρίς να δίνουμε στον εαυτό μας την πιθανότητα και το δικαίωμα να κάνει λάθος. Πόσο βαρύ φορτίο!

Ο καινούριος μου φίλος στο χρώμα του φεγγαριού ήλθε κοντά μου με αφορμή τη φυγή του Φραμπαλαδένιου από τη δική μου ζωή. Εκείνος υπήρξε ο συνδετικός μας κρίκος - κάλλιον ειπείν, ο επί χρόνια απο-συνδετικός μας κρίκος, μια και έτσι λειτουργεί ο Φραμπαλαδένιος, εκείνος μας μάγεψε αμφοτέρους με την εικόνα του τη λαμπερή, τα φραμπαλαδένια λόγια, την κυματιστή πράσινη ματιά και το πληθωρικό χαμόγελο. Η αισθαντική πρόσοψη ενσωματώθηκε τόσο πολύ στην ύπαρξη που έγινε χαρακτήρας, αλλά όχι αλήθεια. Γιατί η αλήθεια πίσω από το χαμόγελο και τα μάτια και τη λατρευτή εικόνα είναι ο Φόβος και ο παραλυτικός πόνος που αυτός ο Φόβος προκαλεί στην παγιδευμένη στα δίχτυα του ψυχή. Ο Φραμπαλαδένιος τρέμει την αλήθεια του και διαλύεται όταν πάψεις να τον θαυμάζεις ή όταν κοιτάξεις πίσω από την όψη του. Δεν αντέχει. Ο χαζούλης... εκείνο που δεν ξέρει είναι πως, αν δεν κρυβόταν πίσω από την πρόσοψή του, θα ήταν τόσο πολύ περισσότερο αγαπητός, γιατί είναι τόσο, μα τόσο όμορφος ακριβώς όπως είναι!

Όταν πορεύεσαι στο δάσος του βίου, οι κίνδυνοι είναι ποικίλοι. Είτε θα συναντήσεις το θεριό και θα το βάλεις στα πόδια ή θα το ξεγελάσεις - θεμιτό, είτε - πιο επικίνδυνο ακόμη - θα γητευτείς από ξωτικά τύπου Φραμπαλαδένιου. Τι ζητούν από σένα; Να τους δώσεις σημασία, να τα αγαπήσεις, να τα δεχτείς. Και βέβαια, μια και θεωρούν πως όλη σου η προσοχή απευθύνεται στην ψεύτικη εικόνα τους, όταν καταλάβουν ότι θα τα αγαπήσεις δε μπορούν να το δεχτούν, γιατί ξέρουν πως αγαπάς την εικόνα τους. Γι' αυτό και την κατασκευάζουν, εξάλλου. Δε μπορούν να διανοηθούν πως μπορείς να τ' αγαπήσεις απλώς γιατί είναι αυτά που είναι πίσω από και χωρίς τη μάσκα, απλώς γιατί υπάρχουν. Γι' αυτό και εξαφανίζονται τη στιγμή που μια αγάπη γνήσια, άρα και διεισδυτική, διαρρηγνύει το φράγμα της πρόσοψης και μπαίνει βαθειά μέσα τους. Το φως που περνάει από τη χαραμάδα δείχνει πολλά. Και γίνονται καπνός μέσα στο αχνό φως του δάσους, φεύγουν αναζητώντας κάποιον άλλον που θα τους χαρίσει υπόσταση με το θαυμασμό του.

Ο φίλος μου με το αστραφτερό όνομα μου μίλησε για τη δική του εμπειρία με το Φραμπαλαδένιο μας, τώρα που αυτός έφυγε. Πόσα, μα πόσα κοινά, αλλά και ουσιώδεις διαφορές. Παλιότερα, άκουγα τη φωνή του φίλου αυτού, άγνωστου τότε, μέσα στο ίδιο δάσος, μα δεν τον έβλεπα, ούτε κι εκείνος εμένα. Ήταν απλώς μπροστά μου στο μονοπάτι, το προηγούμενο αντικείμενο του Φραμπαλαδένιου πριν από μένα. Εκείνος είχε μπει ανάμεσά μας και τώρα ζητούσε από μένα την αναγνώριση. Και την έλαβε, μα την πάτησε κι αυτός, όπως κι εγώ... εγώ γιατί είδα και αγάπησα το παιδί πίσω απ' τους φραμπαλάδες, αυτό που είναι εκεί μέσα κλεισμένο με το Φόβο να το μαστιγώνει ανηλεώς, χωρίς να φανταστώ πως αυτή μου η αγάπη θα τον έδιωχνε. Εκείνος, γιατί πίστεψε πως για μένα μια πρόσοψη θα ήταν αρκετή να διατηρήσει την προσοχή μου. Κάναμε λάθος και οι δυο. Εγώ γιατί επένδυσα στην αγάπη, εκείνος γιατί τη φοβήθηκε.

Του το χρωστάω αυτό το κείμενο του καινούριου μου φίλου με το σπινθηροβόλο πνεύμα, καθώς συνεχίζουμε να περπατάμε, κοντά πια, στο δάσος. Το χρωστάω και στο μικρό, καλό, γλυκό Φραμπαλαδένιο μας που τώρα πετάει μακριά, κυνηγημένος από την διαρρηγμένη εικόνα του, πασχίζοντας να επανυλοποιηθεί μπροστά σε νέους ταξιδιώτες και να διατηρήσει την παλιά εικόνα του ζωντανή σε όσους τον αγάπησαν μόνον γι' αυτήν. Όμως, όλοι μεγαλώνουμε. Ακόμη και τα ξωτικά. Και στη διαδικασία αυτή, επιλέγουμε και κρατούμε μόνον τα πολύτιμα μέσα μας και γύρω μας. Ισως στο μονοπάτι αυτό, σαν ψάξει κάποτε να βρει το υπέροχο Μέσα του (κ
ι εγώ ήδη το ψάχνω αυτό το Μέσα μου, εξαιτίας του. Γιατί κι εγώ υπήρξα εσφαλμένος κι απρόσεχτος, μα πώς να τα βγάλεις πέρα μ' ένα ξωτικό;) το τόσο ενδιαφέρον, ο Φραμπαλαδένιος νάρθει να με δει ξανά. Κι αυτή τη φορά, το πληθωρικό χαμόγελο θάναι γιατί αγαπάει εμένα. Τα λογια θα γίνουν ροή και η εικόνα θα δείχνει την αλήθεια, όμορφη και στέρεη όπως είναι. Και η κυματιστή πράσινη ματιά θάχει γαληνέψει μέσα στο καλύβι της καρδιάς μου.

Στο κάτω κάτω, όλοι μέσα στο ίδιο δάσος ζούμε.

Saturday, September 18, 2010

Αιτία στίξης




Πώς σού'ρθε απόψε και άνοιξες αυτή τη σελίδα;

Μπήκες να βρεις κάτι που είχες ξεχάσει ως εγκατεστημένος στο νέο σπίτι σου, βολικά σα γάτος πουρπουρίζων και αγαλλόμενος με τη ζέστη μιας σχέσης που υπήρξε με ερωτηματικό - γιατί πάντοτε ένα ερωτηματικό μπαίνει ανάμεσά μας, όταν επιθυμεί να αναστατώσει τα θαυμαστικά που βάζουμε αυθαίρετα στις ζωές τις δικές μας και τις άνω-κάτω τελείες με τις οποίες ορίζουμε τις ξένες.

Στο σπίτι αυτό βρήκες γλυκές στιγμές, γεμάτες αληθινή ανθρώπινη ζέστη, κι αγάπησες εσένα και τον Άλλον γι' αυτό που είναι, μόνο που - εδώ εμφανίζεται το ερωτηματικό - τελικά, ποιός είναι; Εκείνος το αγνοεί. Και η συνέπεια αυτού: ποιός είσαι;

Τριετής κλονισμός, εντούτοις η επαναφορά στη θέση ισορροπίας πάντοτε με δική σου πρωτοβουλία. Η πρώτη νύχτα ήταν νηνεφής, μόνον εκείνη, η παραθαλάσσια νυξ, η σεληνοστόλιστη, η μαγευτική, όταν γεννήθηκε μια λέξη και τη γαλούχησες σε τρίχρονο παιδί. ΣΑΓΥ το είπες, και ήρθε αυτό να ζήσει πάνω σε χαρτιά, μέσα σε δωμάτια και κρυμμένο μέσα σε δεκτικές καρδιές, πόρτες ανελκυστήρων και εξώφυλλά βιβλίων, ακολουθούμενο από κόμματα που προλέγουν ένα ονοματικό τέλος.

Και τώρα, έφτασες στην τελεία. Ανω ή κάτω, ο χρονος θα την τοποθετήσει, όπως τοποθέτησε κι ο Άλλος τις προτεραιότητές του κατά το διαταραγμένο δοκούν. Κι όμως, κι όμως... κάτι μέσα του έχει μείνει, δε μπορεί, από τόσα θαυμαστικά, από τόσες υγιείς παρενθέσεις, από εκείνες τις γεμάτες έρωτα ανωκάτω τελείες που γίνονταν τα μάτια σου που τον κοίταζαν καθώς ξαπλώνατε στο ίδιο μαξιλάρι. Ανέκαθεν όμως, μέσα σε κάθε στίξη έβρισκες μια τελεία, απλώς γιατί όλες οι στίξεις ξεκινούν από μία. Και την έβαλες, κι εκείνος - γνήσια Άλλος πια - ως τώρα δε σου μίλησε, ούτε την έσβυσε με την αγάπη που σου είχε φυλαγμένη. Μόνον σου έστειλε ένα ασύντακτο, άστικτο μήνυμα για μια αγάπη που μιλάει για τον εαυτό της χωρίς να βλέπει πόσο αυτοπεριγράφει τις αδυναμίες της ψυχής στην οποία κατοικεί.

Και νάσαι τώρα πάλι στη σελίδα αυτή, και κοιτάς τα προφητικά σου κείμενα, γεμάτα επαγγελίες τελείας. Μήπως τελικά την έβαλες σε κείμενο που ποτέ δε γράφτηκε;

Saturday, February 21, 2009

Λίμνη Δακρύνη


Κάποτε πεθαίνει η ελπίδα και αρχίζεις να γράφεις σ' ένα δεύτερο πρόσωπο που είναι απρόσωπο. Είναι το Εσύ που μιλάει τελικά για το Εγώ. Συντακτική παραδοξολογία μέσα από ένα γλωσσικό τακτ. Διάλογος - απαρχή λογοτεχνικής σχιζοφρένειας. Όταν η ελπίδα έχει ξεπλυθεί και με το τελευταίο δάκρυ, δεν υπάρχει άλλη λύση από την εσωστρέφεια. Ανοίχτηκες, είδες, παραπλανήθηκες, απογοητεύτηκες, κλείνεις τα ρολά και κάνεις απογραφή. Είναι η στιγμή που νιώθεις ότι όλα πρέπει να τα κάνεις εσύ, όλα ζητούν τη δική σου κατανόηση, τη δική σου αλλαγή, τη δική σου αποποίηση των αξιών που δεν ταιριάζουν στη σύγχρονη χαόμορφη ομοιόσταση. Και γεμίζεις, αγγίζοντας τα όρια της τρέλλας, λίμνες ολόκληρες από δάκρυα που απλώς τρέχουν ασύλληπτα και ανεξέλεγκτα, πηγάζοντα από τον πόνο που προκαλεί η διαπίστωση της ad libitum καταστρατήγησης από ανθρώπους αγαπημένους μιας κοινής λογικής χάριν ενός προσωπικού εμμονικού πείσματος, το οποίο ξεσκίζει καρδιές και ανοίγει κρουνούς. Ας πνίγεις μέσα εκεί ό,τι καλύτερο έχεις να δώσεις από συναίσθημα. Η επιταγή της Αγάπης στο ταμιευτήριο του Εγώ είναι πάντοτε ακάλυπτη.

Μήπως τελικά είσαι απλώς βλαξ; Πόσο πλούσιος μπορεί να είσαι όταν έχεις στοιβάξει τόνους ενός νομίσματος που όμως δεν αναγνωρίζεται; Ιδού μια ερώτηση που θα περιμένει είτε ν' απαντηθεί, είτε ν' αφανιστεί. Όποιο έλθει πρώτο.

Friday, February 20, 2009

Εαρινή ευόδωσις


Τσικνοπαρασκευή βράδυ, μόνος, Αθήνα, κρύο. Εσύ, αγόρι της λίμνης, της χλωρίδας, της πανίδας και της βλακίδας. Δε νιώθω πια. Το συναίσθημα είναι σαν μια κρυστάλλινη σφαίρα που ο χρόνος τής παραδίδεται άνευ όρων. Αν όμως η σφαίρα ραγίσει από αλλεπάλληλες πτώσεις και στο τέλος γίνει θρύψαλλα, το υλικό της είναι πάντοτε κρύσταλλο μα η δομή της είναι για τα σκουπίδια. Με σένα όμως θ' ασχολούμαι; Κάνεις τις επιλογές σου και θα ζήσεις με τις συνέπειες.

Εδώ έχουμε να πούμε για ανοιξιάτικη έλευση στη μέση του χειμώνα, για το θαύμα των ξύλων που γεμίζουν χρωματιστά αρώματα και της γης που στρώνει το πράσινο χαλί στη Μποτιτσέλεια Κόρη. Το διήγημα αρχίζει με την ανατολή ενός ανιόντος ήλιου, με τη μετανάστευση ενός γεμάτου μυστικά της ζωής ανέμου και με το χιόνι που κάθεται εκεί πάνω και ντύνει τις κορφές με ελπίδα πως η ζωή θα συνεχίσει. Οι λίμνες ποτέ δε μ' ενδιέφεραν, μόνον τα ποτάμια, κι απ' αυτά, τα κρυστάλλινα, που μέσα τους βλέπεις γάργαρη τη ζωή να γλυκαίνει τις πέτρες και να κυλάει στο μέλλον, και να, έτσι να κάνεις το χέρι σου, παίρνεις λίγη και γεύεσαι αιωνιότητα, γεμίζεις κίνηση και τραβάς κι εσύ το δρόμο προς τη χιονισμένη κορυφή, που σου μαρτύρησε το κρυστάλλινο ποταμάκι, όπως η κρυστάλλινη σφαίρα της καρδιάς σου σού μαρτύρησε τον έρωτα.

Τι να μου κάνει η λίμνη σου εμένα; Στις λίμνες μένουν όσοι ποθούν το βάλτο, τους βάτραχους - που τελικά, δεν είναι πρίγκηπες, αλλά ξιπασμένοι βάτραχοι που κοάζουν και θαρρούν πως ερμηνεύουν ύψιστες μελωδίες - και τα καλάμια που σαπίζουν στην όχθη ενός ελεεινού λασπόλουτρου. Πρίγκηπες φαντάζονται τους εαυτούς τους εκείνοι οι ίδιοι, και μόνον όσοι πιστεύουν σε κοάσματα. Η μεγαλόψυχη Ανοιξις όμως τους δέχεται κι αυτούς. Εξάλλου, αν δεν υπήρχε η μπόχα, πώς θα ξέραμε τη διαφορά;

Sunday, September 28, 2008

The Lady of Shalott - an inspiration


Αυτό το ποίημα με στοιχειώνει από τότε που το πρωτάκουσα, τραγουδισμένο από μια κέλτισσα αοιδό. Ο νους μου ταξιδεύει στον άνεμο και γυρνάει σαν την ανέμη της υφάντρας νεράιδας που, μπλεγμένη στην κατάρα της μονοτονίας, έσπασε τα στημόνια της και έπλευσε τραγουδώντας στο θάνατο για ένα "Tirra Lirra" που τη μάγεψε απ' τα χείλη του sir Lancelot.

On either side the river lie
Long fields of barley and of rye,
That clothe the wold and meet the sky;
And thro' the field the road run by
To many-towered Camelot;

And up and down the people go,
Gazing where the lilies blow
Round an island there below,
The Island of Shalott.

Willows whiten, aspens quiver,
Little breezes dusk and shiver
Thro' the wave that runs for ever
By the island in the river
Flowing down to Camelot.

Four grey walls, and four grey towers,
Overlook a space of flowers,
And the silent isle embowers
The Lady of Shalott.

Only reapers, reaping early,
In among the bearded barley
Hear a song that echoes cheerly
From the river winding clearly
Down to Tower'd Camelot;

And by the moon the reaper weary,
Piling sheaves in uplands airy,
Listening, whispers "Tis the Fairy
The Lady of Shalott."

There she weaves by night and day
A magic web with colours gay.
She has heard a whisper say,
A curse is on her if she stay
To look down to Camelot.

She knows not what the curse may be,
And so she weaveth steadily,
And little other care hath she,
The Lady of Shalott.

And moving through a mirror clear
That hangs before her all the year,
Shadows of the world appear.
There she sees the highway near
Winding down to Camelot;

And sometimes thro' the mirror blue
The Knights come riding two and two.
She hath no loyal knight and true,
The Lady of Shalott.

But in her web she still delights
To weave the mirror's magic sights,
For often thro' the silent nights
A funeral, with plumes and lights
And music, went to Camelot;

Or when the moon was overhead,
Came two young lovers lately wed.
"I am half sick of shadows," said
The Lady of Shalott.

A bow-shot from her bower-eaves,
He rode between the barley sheaves,
The sun came dazzling thro' the leaves,
And flamed upon the brazen greaves
Of bold Sir Lancelot.

A red-cross knight for ever kneel'd
To a lady in his shield,
That sparkled on the yellow field,
Beside remote Shalott.

His broad clear brow in sunlight glow'd;
On burnish'd hooves his war-horse trode;
From underneath his helmet flow'd
His coal-black curls as on he rode,
As he rode down to Camelot.

From the bank and from the river
He flashed into the crystal mirror,
"Tirra lirra" by the river
Sang Sir Lancelot.

She left the web, she left the loom,
She made three paces thro' the room,
She saw the water-lily bloom,
She saw the helmet and the plume,
She look'd down to Camelot.

Out flew the web and floated wide;
The mirror crack'd from side to side;
"The Curse is come upon me," cried
The Lady of Shalott.

In the stormy east-wind straining,
The pale yellow woods were waning,
The broad stream in his banks complaining.
Heavily the low sky raining
Over tower’d Camelot;

Down she came and found a boat
Beneath a willow left afloat,
And round about the prow she wrote
'The Lady of Shalott'

And down the river's dim expanse
Like some bold seer in a trance,
Seeing all his own mischance -
With a glassy countenance
did she look to Camelot.

And at the closing of the day
She loosed the chain, and down she lay;
The broad stream bore her far away,
The Lady of Shalott.

Heard a carold, mournful, holy,
Chanted loudly, chanted lowly,
Till her blood was frozen slowly,
And her eyes were darkened wholly,
Turn'd to tower'd Camelot.

For ere she reach'd upon the tide
The first house by the water-side,
Singing in her song she died,
The Lady of Shalott.

Under tower and balcony,
By garden-wall and gallery,
A gleaming shape she floated by,
Dead-pale between the houses nigh,
Silent into Camelot.

Out upon the wharfs they came,
Knight and burger, lord and dame,
And round the prow they read her name,
The Lady of Shalott.

Who is this? And what is here?
And in the lighted palace near
Died the sound of royal cheer;
And they crossed themselves for fear,
All the knights at Camelot;

But Lancelot mused a little space
He said, "She has a lovely face;
God in His mercy lend her grace,
The Lady of Shalott."

~ Alfred, Lord Tennyson ~

Tuesday, September 23, 2008

Το Φλοφλύμοιο και ο Σκλαβ - μέρος Ι


Κάποτε σε μια χώρα που όλα είχαν παράξενα ονόματα και οι άνθρωποι δεν ήσαν σαν κι εμάς, ζούσε ένα αγόρι νεαρό κι όμορφο σαν το χρυσάφι στον ήλιο, ο Σκλαβ, που αγαπούσε αγόρια. Σ' αυτή τη χώρα, το ν'αγαπιούνται δυο αγόρια μεταξύ τους το λέγανε "Φλοφλύμοιο". Μη με ρωτήσετε γιατί. Είπαμε, παράξενα ονόματα. Τι γελοίο όνομα, πραγματι! Οι άνθρωποι γελούσαν και μόνον με τη σκέψη, αλλά και με κρυφό τρόμο, μια και κανείς δεν ήξερε, ούτε μπορούσε να καταλάβει από πού έβγαινε η λέξη αυτή. Όσο δε για τα αγόρια που ερωτεύονταν αγόρια, αυτά αισθάνονταν τόση ντροπή και δεν τολμούσαν να ομολογήσουν την αγάπη τους, από φόβο μη τους πουν "Φλόφλυμους". Φαντάσου το ρεζιλίκι!

Έτσι, στη χώρα με τα παράξενα ονόματα, πολλά απ' τ' αγόρια αυτά εφεύρισκαν δεκάδες τρόπους να ξεφύγουν τη Φλοφλυμοιο-ντροπή, χωρίς βέβαια να πάψουν ν' αγαπιούνται. Βρίσκανε διάφορες άλλες λέξεις, λιγότερο ντροπιαστικές να περιγράψουν στους εαυτούς τους (και στους άλλους) τη σχέση τους. Νομίζανε ότι μ' αυτόν τον τρόπο άλλαζε κάτι, ότι, αν έπειθαν τον εαυτό τους ότι είναι κάτι άλλο απ' αυτό που είναι στ' αλήθεια, θα ήσαν ευτυχισμένοι. Λέγανε, λοιπόν, ότι ήσαν "Φλίφλοι", "Λιφαράκια" και "Λοκκητοί". Πολλά αγόρια σαν τον Σκλαβ ποτέ δεν είχαν αποδεχτεί μέσα τους πως τους άρεσε ν' αγαπάνε αγόρια - τι ντροπή - κι έτσι μεγάλωσαν στερημένα, καταπιέζοντας τη φύση τους και αργότερα παντρεύτηκαν μια γυναίκα, όπως οφείλει να κάνει κάθε αγόρι για να είναι σωστός άντρας. Έλα όμως που η καρδιά και το σώμα τους είχαν διαφορετική άποψη!

Ο Σκλαβ ήταν ακόμη νέος όταν βρέθηκε στο δρόμο του ένα τέτοιο αγόρι, ο Ντορ. Εγκλωβισμένος σε μια τόσο κοινότυπη κατάσταση, να είσαι φλόφλυμος και νάχεις παντρευτεί μια γυναίκα, ο Ντορ μαγεύτηκε από τον Σκλαβ. Ξύπνησαν μέσα του όλες οι καταπιεσμένες σκέψεις και οι κρυμμένοι πόθοι. Αλλά και ο Σκλαβ, καταπιεσμένος κι αυτός από έναν κόσμο που σε θεωρούσε κακό αν ήσουν φλόφλυμος, ένιωσε έλξη για τον Ντορ κι έτσι ένα δειλινό αγαπήθηκαν. Τώρα θα μου πείτε, κακό είναι; Οχι, δε θα ήταν κακό, αν ο Σκλαβ και ο Ντορ δεν έκρυβαν την αγάπη τους πίσω από άλλα ονόματα, όπως "Φλίφλοι", κι αν ο Ντορ δεν ήταν παντρεμένος... Διότι, το κακό δεν είναι να είσαι φλόφλυμος. Αυτό στο κάτω-κάτω δεν είναι επιλογή σου. Το κακό είναι να είσαι ψεύτης και απατεώνας. Κι ο Ντορ ήταν ένας τέτοιος. Μόνον που ο Σκλαβ δεν το ήξερε, γιατί ήταν αγνός. Πίστευε ότι μπορεί να λέει κανείς ότι είναι φλίφλος σου και ταυτόχρονα νά'ναι κι εραστής σου. Τι αφέλεια! (συν.)

Γράμμα σ' ένα νέο ποιητή.


Φταίει ο καιρός όταν εσύ δε θες να δεις τα σημάδια του; Όταν σου δείχνει καθαρά την επερχόμενη καταιγίδα κι εσύ κυκλοφορείς ανέμελος;

Ήλπιζα πως ένας άνθρωπος με τόση ευφυία και αντίληψη όπως εσύ, θα μπορούσε να κατανοήσει συμπεριφορές και μεθοδεύσεις. Τελικά, ίσως να τις κατανοείς περισσότερο απ' όσο παραδέχεσαι και απλώς αρνείσαι με μια παιδιάστικη μουλαρωμένη άρνηση ν' αφήσεις το βάζο με το γλυκό απ' τα χέρια - ασχέτως αν το γλυκό ήταν πάντα σάπιο και μουχλιασμένο - χωρίς να βλέπεις πόσα ρισκάρεις με τις εμμονές σου στα αδιέξοδα.

Πόσες φορές συγκρούστηκες μαζί μου υπερασπιζόμενος μια απάτη! Ξέρεις πόσο ΔΕΝ σε τιμάει αυτό; Είναι δυνατόν ακόμη να κρέμεσαι από τα λόγια ανθρώπων που σου δείξανε το λάθος για σωστό, την απάτη για μαγκιά, το ψέμμα για αλήθεια; Είναι δυνατόν να θέλεις ακόμη να να τους μιλάς, να τους συναντάς; Δεν συνειδητοποιείς επιτέλους το κακό που σου κάνανε, λύκοι αυτοί εν είδει προβάτου, χωρίς να θυσιάσουν τίποτε από την προσωπική τους καλοπέραση, άκρατοι εγωιστές και πλεονέκτες του χειρίστου είδους, που μετέρχονται κάθε μέσο προκειμένου να κρατήσουν φαύλους δεσμούς και να διαιωνίσουν απάτες; Κι εσύ αυτούς τους ανθρώπους τους επαινείς και τους αποκαλείς καλούς; Πόσο εξωφρενικό μπορεί να είναι αυτό! Τι λέει αυτό για τη δική σου ιδιοσυγκρασία; Οτι δεν ξεχνάς τους φίλους που δεν είναι φίλοι αλλά εραστές; Πού είναι η ελευθερία που πρεσβεύεις, όταν σε κρατούν δέσμιό τους γεμίζοντάς σε ενοχές; Το γεγονός ότι αυτή η συμπεριφορά σου μπαίνει σα μαχαίρι ανάμεσά μας, δε σ' ενοχλεί; Το ότι με ταράζεις σε ύψιστο βαθμό, χωρίς να σέβεσαι ουδαμώς το δικό μου συναίσθημα απλώς και μόνο για να συντηρήσεις ΤΙ; ΤΙ;

Σε τελική ανάλυση, μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις, ξέροντας όμως καλά πως οι συνέπειες είναι αθροιστικές και, μετά από ένα σημείο, ανεπιστρεπτί ολέθριες. Καλό θα ήταν να αναρωτηθείς αν αυτό είναι που θέλεις, διότι οι αντοχές μου στερεύουν με αυτό το θέμα. Στο λέω καθαρά, καθόλου απειλητικά. Ξέρω το μέσα μου και βλέπω την επίδραση που έχει αυτή η κατάσταση στην ψυχή μου. Ξέροντας τη δική σου ποιότητα και μη μπορώντας να κατανοήσω επ' ουδενί πώς επιβραβεύεις την ανηθικότητα, μου προκαλεί απλώς εμετό.

Επιτέλους, θα αφήσεις το βάζο με το βρωμερό γλυκό, ή θα χάσεις πολύ περισσότερα και θα μείνεις με τη σαπίλα και τη μούχλα να πάθεις δηλητηρίαση;

Tuesday, September 16, 2008

Jazz επομένη βροχής


Στο μονοπάτι αυτό που ζεις, φορές κοιτάς εμπρός, φορές τα πίσω. Σαν τα καβαφικά κεριά. Πλήθος εκατέρωθεν κι εσύ κάποτε διακρίνεις ένα χέρι να σου γνέφει από τα μπρος σου - αυτά που είναι παρελθόν για το χέρι αυτό - και άλλοτε άλλο χέρι να σου γνέφει από τα πίσω - όσα είναι μέλλον για το άλλο χέρι. Τι διαλέγεις τότε; Να τραβηχτείς ή να ελκύσεις; Ή μήπως είσαι από αυτούς που μπαίνουν απλώς στη διελκυστίδα ενός σκοινιού που ποτέ δεν τράβηξαν;

Σκέψεις της χτεσινής συναυλίας τζαζ, όπου υπήρχαν πολλά χέρια από τα πίσω, από αυτά που έπονται. Και πολλά καβαφικά κεριά, αναμμένα. Θάλασσα πλατειά από χέρια, σ' αγαπώ γιατί μου μοιάζεις, αλλά και πάλι όχι...

Thursday, September 11, 2008

Περί ελευθερίας διάλογος μεταξύ εφήβων.


Α. - Ελευθερία σημαίνει, κάνω ό,τι θέλω. Ακολουθώ κάθε παρόρμηση που μπορεί να κατεβάσει η φαντασία μου, ανοίγω απέραντα όρια στον ορίζοντα της πράξης μου και δεν υπολογίζω κανέναν. Στην ανοιχτωσιά αυτή χρησιμοποιώ όλα τα μέσα (ακόμη και ανθρώπους) για να πετύχω το οποιοδήποτε ποθούμενο, κατασκευάζω εικόνες και ονόματα για την πραγματικότητα, εφόσον αυτή δε με βολεύει, γκρεμίζω τους φράχτες που οριοθετούν έννοιες και καταστάσεις και δεν περιορίζομαι από τίποτε απολύτως. Σέβομαι τα αλλότρια, αλλά μόνον εφόσον δεν μου κοστίζει.

Β. - Ελευθερία σημαίνει, επιλέγω και ευθύνομαι. Απαλλάσσομαι από τη δυναστεία της κάθε γελοίας και απερίσκεπτης παρόρμησης που μου έρχεται στο κεφάλι, υποβάλλοντάς την σε κριτικό έλεγχο και δρω με σεβασμό απέναντι στα όρια των άλλων, ακόμη κι αν αυτό μου κοστίζει. Αναγνωρίζω τη χρησιμότητά των ορίων στην αποσαφήνιση του χάους. Αποδέχομαι την πραγματικότητα και εντάσσω τον εαυτό μου σύμμαχό της, διότι η αλήθεια της είναι μοναδική και ακλόνητη. Θαρραλέα αναλαμβάνω επιλογές με αυτά τα κριτήρια και αποδέχομαι και όλες τις ευθύνες που μου αναλογούν.

Α.- Αυτά είναι κολλήματα και παρωχημένες ιδέες. Πραγματική ελευθερία είναι να είσαι αδέσμευτος, να μεταχειρίζεσαι τη ζωή όπως σε βολεύει, να μην αφήνεις κανέναν να σε εξουσιάζει, να μην είσαι έρμαιο των συναισθημάτων σου, να μη δένεσαι με τους ανθρώπους, να είσαι μόνος. Ανεξάρτητος.
Β.- Πάψε τότε να αναπνέεις.

Α.- Τι λες;
Β.- Πάψε να αναπνέεις. Δεν είσαι εξαρτημένος από τον αέρα; Ε, σπάσε την εξάρτηση, λοιπόν!

Α.- Αυτό δεν είναι εξάρτηση. Αυτό είναι ανάγκη βιολογική.
Β.- Σωστά. Τα κύτταρά σου χρειάζονται οξυγόνο για να λειτουργήσουν και σου το ζητάνε. Δε σε δεσμεύουν να ανασάνεις; Ας βρούν ένα τρόπο να ανασαίνουν μόνα τους.

Α.- Τι βλακείες! Τα κύτταρά μου είμαι εγώ!
Β.- Χαίρομαι που το καταλαβαίνεις. Είσαι, λοιπόν, μια μάζα κυττάρων και μόνον; ας υποθέσουμε ότι έτσι είναι. Δες ένα κύτταρο. Ζει μέσα σε ένα πλήθος ομοίων κυττάρων και στενά δεμένο με αυτά. Είναι όμως σαφώς περιορισμένο από τη μεμβράνη του, η οποία τού δίνει σχήμα και επιτρέπει την επικοινωνία με τα άλλα κύτταρα και το αίμα. Υπάρχει μια πολύ διακριτή αίσθηση στη μεμβράνη του που φιλτράρει με μοναδικό τρόπο τις ουσίες. Όλα τα κύτταρα λειτουργούν έτσι. Στο εσωτεικό τους, τα πράγματα είναι σαφέστατα. Υπάρχουν συγκεκριμένα σωματίδια που καταμερίζουν τις εργασίες και συντονίζονται όλα για να πετύχουν το θαύμα της ζωής. Τα κύτταρά σου, επομένως εσύ, ζουν γιατί εργάζονται με σαφήνεια και ΣΥΝεργάζονται με σαφήνεια. Μπορεί κανείς να πει ότι ένα κύτταρο είναι ελεύθερο να κάνει ό,τι γουστάρει;

Α.- Οχι, διότι ακολουθεί μια προδιαγεγραμμένη λειτουργία, αλλιώς θα πεθάνει.
Β.- Ακριβώς. Επομένως, αν εσύ είσαι μόνον κύτταρα, ακολουθείς κι εσύ μια προδιαγεγραμμένη λειτουργία που επιφέρει βιολογικές ανάγκες, αλλιώς θα πεθάνεις. Έτσι δεν είναι;

Α.- Έτσι.
Β.- Σε αυτό, λοιπόν, το επίπεδο, τι είναι αυτό που σε κάνει να μιλάς για ελευθερία; Σίγουρα πάντως, όχι τα κύτταρά σου...

Α.- Ε, όχι, υπάρχουν κι άλλα πράγματα στον άνθρωπο περα από τα κύτταρα.
Β.- Ευτυχώς που το παραδέχεσαι. Αρα, πέρα από τις βιολογικές ανάγκες, υπάρχουν κι άλλες, ηθικές, συναισθηματικές, κοινωνικές... τις οποίες έχουμε όλοι, είτε το θέλουμε είτε όχι. Από κάποιες τέτοιες ανάγκες, λοιπόν, είμαστε "εξαρτημένοι", αν μπορεί να το πει κανείς εξάρτηση αυτό, ωστε να ζήσουμε σε ένα επίπεδο ανώτερο του βιολογικού.

Α.- Εντάξει...
Β.- Η φωτιά καίει;

Α.- Τι ερώτηση είναι αυτή; Φυσικά καίει.
Β.- Βάλε το χέρι σου μέσα της.

Α.- Παλάβωσες; θα πάθω έγκαυμα.
Β.- Και τι έγινε; Θα αφήσεις τη φωτια να σ' εμποδίσει να βάλεις το χέρι σου μέσα της; Θα την αφήσεις να σε δεσμεύσει;

Α.- Βλακείες. Λες βλακείες. Υπάρχει κανένας λόγος να το κάνω αυτό; Οχι!
Β.-Αν όμως μέσα στη φωτιά έβλεπες να καίγεται η μάνα σου, τι θα έκανες; Δε θα έμπαινες να τη σώσεις, ενώ ξέρεις ότι μπορεί να καείς; Γιατί θα το έκανες αυτό;

Α.- Ε, άλλο αυτό, τότε θα ήταν με συγκεκριμένο σκοπό.
Β.- Ακριβώς! Το ίδιο γεγονός αλλάζει νόημα σύμφωνα με το κίνητρο. Στη δεύτερη περίπτωση δεσμεύτηκες από την αγάπη σου για τη μάνα σου, η οποία ταυτόχρονα σε αποδέσμευσε από το φόβο της φωτιάς, έτσι δεν είναι;

Α.- Υποθέτω... δεν ξέρω τι θα έκανα.
Β.- Μπορείς, βλέποντας τη μάνα σου να καίγεται, να σκεφτείς "δεν είναι αλήθεια, στην πραγματικότητα η φωτιά δεν καίει, είναι δροσερή, απορώ γιατί ουρλιάζει η μάνα μου..."; Ακόμη κι αν το σκεφτείς αυτό, πιστεύεις ότι έχεις τη θαυματουργική δύναμη να κάνεις τη φωτιά δροσερή μόνον με τη σκέψη;

Α.- Οχι βέβαια.
Β.- Βλέπεις, λοιπόν, ότι κάτι που σε ορίζει από τη μια σε ελευθερώνει από την άλλη. Μπορεί εσύ να βλέπεις τη δέσμευση της αγάπης ως περιορισμό. Ας άφηνες, όμως, τη μάνα σου να καεί κι ας μη δεσμευόσουν από την αγάπη. Θεωρείς ότι κατόπιν θα ήσουν ελεύθερος, ή μήπως θα σε τυραννούσαν αιώνια οι ενοχές; Οι ενοχές είναι φρικτή και αποτρόπαιη δέσμευση της ψυχής και είναι ίσως η μόνη δέσμευση που δεν προσφέρει ΤΙΠΟΤΕ σε αντάλλαγμα. Ο μόνος τρόπος να απαλλαγείς απο αυτές είναι η συγγνώμη, όταν αυτή είναι εφικτή. Πολλές φορές δεν είμαστε τόσο τυχεροί ώστε να μπορούμε να ζητήσουμε συγγνώμη και να προχωρήσουμε... αν άφηνες τη μάνα σου να καεί, δε θα μπορούσες ποτέ να ησυχάσεις, ούτε να ζητήσεις συγγνώμη. Η ενοχή θα σε κρατάει για πάντα δεμένο στο παρελθόν και θα σου στερεί το τώρα.

Α.- Μάλλον.
Β.- Ποιά, λοιπόν, είναι η ελευθερία του "κάνω ό,τι θέλω", όταν αυτή σε φέρνει σε σύγκρουση με τους άλλους και σε κάνει σκλάβο της κάθε ανεξέλεγκτης παρόρμησής σου και σκέψης σου, όταν αρνείσαι να παραβείς τους φόβους σου και οχυρώνεσαι υπερασπίζοντας ένα ΕΓΩ, το οποίο δεν υπάρχει, εαν δεν ΣΥΝυπάρχει; Τι νόημα έχει να υπάρχεις αν δεν υπάρχει κανείς να του το προσφέρεις; Υπάρχεις μόνο για σένα, λες και εσύ κι εσύ είστε δυο διαφορετικά πρόσωπα; Όταν είσαι υποχείριο των ενοχών σου, όταν η ανάγκη σου να προβληθείς μέσα από λόγια αντί από έργα σε καταναγκάζει σε μια υπερπροσπάθεια που κανένας, ούτε εσύ ο ίδιος κατά βάθος, δεν εκτιμά και σου προσφέρει μόνον κούραση; Όταν, για να ξεφύγεις μια αλήθεια που δε σου αρέσει, κατασκευάζεις όμορφες εικονικές πραγματικότητες, με κόστος την ψυχική σου ισορροπία; Όταν στερεί από το συναίσθημά σου την ικανότητα να γίνεται πράξη και βίωμα πέρα από λόγια και το εγκλωβίζει μέσα σε μια αρνητική νεύρωση, αποστασιοποιώντας σε από τα κύρια χαρακτηριστικά της ανθρώπινης ψυχής, που είναι η συναίσθηση και του νου, που είναι η αυτοκυριαρχία;

Α.- Δε μου αρέσουν αυτά που λες. Δεν είναι έτσι. Δεν κάνω τίποτε από αυτά. Απλά θέλω να ζήσω τη ζωή μου και να περνώ καλά, χωρίς εντάσεις, χωρίς πολλή σκέψη, χωρίς να υπεραναλύω το καθετί, να τα έχω καλά με όλους, να είμαι αδέσμευτος, ανεξάρτητος, να μη δίνω λογαριασμό σε κανέναν.
Β.- Πολύ καλά, είσαι ελεύθερος να το κάνεις, είσαι ελεύθερος να επιλέξεις ακόμη και την ανελευθερία. Λογαριασμό όμως δίνεις ούτως ή άλλως στον εαυτό σου, και αυτό δε μπορείς να το αποφύγεις με κανέναν τρόπο. Γιατί μέσα σου πάντα ξέρεις. Πες μου όμως, είσαι σε γαλήνη μέσα σου, ή έχεις άγχος;

Α.- Είμαι χαρούμενος, όταν δε μου σπας τα νεύρα.
Β.- Σε ρώτησα αν έχεις γαλήνη, όχι αν είσαι χαρούμενος...

Α.- Προσπαθώ να είμαι.
Β.- Κι από άγχος;

Α.- Αρκετό.
Β.- Η διαφορά είναι ότι, αν έχεις γαλήνη μέσα σου, αυτή τη γαλήνη που προέρχεται από την αποδοχή του εαυτού μας, όποιος και αν είναι αυτός, από την αποδοχή των ατελειών μας αλλά κυρίως από την αποδοχή ότι μπορούμε να γινόμαστε καλύτεροι όσο πιο κοντά ερχόμαστε στην αλήθεια, τότε δεν χρειάζεται να ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΣ να είσαι χαρούμενος, διότι τότε η χαρά είναι κατάσταση κι όχι επιβολή. Αν προσπαθείς να είσαι χαρούμενος, κάτι δεν πάει καλά. Η διάσταση με την αλήθεια που όλοι γνωρίζουμε για τον εαυτό μας είναι αυτό που μας προκαλεί το άγχος. Διάσταση, ένταση, τριβή...άγχος. Σίγουρα υπάρχουν αιτίες και δικαιολογητικά για όλ'αυτά, αλλά μέχρι ένα σημείο.

Α.- Και εσύ τώρα γιατί ασχολείσαι με μένα και κάθεσαι και μου τα αραδειάζεις όλα αυτά;
Β.- Για δυο λόγους: πρώτον, για να τ' ακούω και να τα συνειδητοποιώ κι εγώ, μια και είναι πράγματα που αφορούν όλους τους ανθρώπους, λίγο ή πολύ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο καθένας απο μάς χάνει το χρώμα του ή την ατομικότητά του επειδή εντάσσεται κι αυτός σε όσα αφορούν το ανθρώπινο γένος...

Α.- Κι ο δεύτερος λόγος...;
Β.- Γιατί σ' αγαπάω. Αλλά αυτό θα το συζητήσουμε άλλοτε.

Friday, May 30, 2008

[...ήδη θα το καλάλαβες...]


Μέρες τώρα λεω, θα γράψω κάτι στο blog. Δεν είναι κάτι στο νου, μόνο μια αίσθηση τριγυρνοβολάει τη σκέψη σαν σπουργίτης γύρω από μουριά. Είναι καιρός που δεν εκφράστηκα. Είναι καιρός που το γράψιμο φαίνεται στείρο και μυρίζει κενό. Πρόσφατο ταξίδι στο Παρίσι, γεμάτο εντυπώσεις. Ακρόαση, περίπατοι, μουσεία... κι όμως, η σκέψη ραθυμεί. Λες και προσηλώθηκε εμμονικά σαν κείνα τα σκυλιά τα κυνηγιάρικα που σηκώνουν τόνα πόδι και ευθειάζουν την ουρά δείχνοντας προς το θύμα. Pointer, θαρρώ, τα λένε. Μόνον που στην περίπτωσή μου το θύμα είμαι μάλλον εγώ. Σαν ποιά κεντρομόλος με τραβά με έλξη φωτοτροπισμού προς τη φλόγα; Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη; Τι είναι εμμονή; Τι είναι φως;

Παρίσι, λοιπόν, κι εγώ (π)ανέτοιμος για μια ακρόαση στο Chatelet. Η φωνή σε άσχημη κατάσταση από κρύωμα. Δεν ακυρώνω όμως. Δεν ακυρώνονται αυτά. Τους τραγουδώ Amor tiranno. Πριν το έχω πει εξαιρετικά καλά, στην πρόβα. Μέσα στο θέατρο δεν ακούγομαι καλά. Με πιάνει πάλι αυτή η σκουριά της απραξίας τόσων μηνών, η ανεργία ανέρχεται στο λαρύγγι και δεν αφήνει να μιλήσει η ήδη άρρωστη φωνή. Κάνω το καλύτερο που μπορώ, τελειώνω και φεύγω. Ήμουν τελευταίος. Κατόπιν βόλτα ως το σπίτι με τα πόδια. Στη Βαστίλλη έχει απεργίες, διασχίζω το πλήθος που καρναβαλίζει ντυμένο με συνδικαλιστικά απεργιακά γιλέκα - πολιτισμένη χώρα η Γαλλία - και φτάνω σπίτι μεσω της οδού de la Roquette. Αρχίσουν οι διακοπές και οι βόλτες γι' άλλες τρεις μέρες. Το μυαλό μου εμένα στην Ελλάδα.

Εκεί υπάρχει ο γιος του Κενταύρου, εξίσου πολύξερος κι εξίσου πείσμων, γόνος των αργοναυτών των ταξιδιάρηδων. Και σκέφτομαι τώρα τα ταξίδια, αυτό στο Παρίσι, αυτά που γίνανε, αυτά που έρχονται, τα παλιά, τα μελλούμενα. Αν θα με φωτογράφιζα τον τελευταίο καιρό, θά 'βαζα τίτλο “Ο σκεπτικός”. Αργοναυτική εκστρατεία και Οδύσσεια. Δυο μεγάλα ταξίδια, τραγουδισμένα και αγκιστρωμένα στο πάνθεον της Ελλάδας. Ήρωες όλοι, αλλά τόσο διαφορετικοί οι σκοποί. Κολχίδες και Ιθάκες, επίθεση κι επιστροφή. Κανένα δεν θα υπήρχε δίχως το σκοπό. Κι αν ήταν πλούσια η Κολχίδα, κι η Ιθάκη πτωχική, ήταν αυτή η τελευταία που δε μας γέλασε, γιατί την ξέραμε από πριν. Χωρίς Ιθάκη και πατρίδα τι οδύσσεια, χωρίς Κολχίδα και Χρυσόμαλλο, γιατί συμπληγάδες; Όλα έχουν το στόχο τους, μα είναι αυτός που καθορίζει το χρώμα του ταξιδιού. Αν πιότερο αξίζει το ταξίδι ή ο στόχος, ποιός θα μας το πει;

Αφυπνού, Περσεφόνη.






Ακρωτήρι Ταίναρο, όπου οι ψυχές αφήνουν το βήμα και βουλιάζουν στα μαύρα βράχια πού 'ναι τα χείλη του Πλούτωνα, να τις καταπίνει ανεπιστρεπτί. Λίγο πριν η στεριά γίνει θάλασσα, ο ναός του Ποσειδώνος, που η Περσεφόνη τον νέμεται και γεννάει έλεος από το δάκρυ των ζωντανών και από τα τάματα πλέκει ευμενίδες προσφορές στον κύρη της. Εκεί, στο δάχτυλο της γης που πλέει στα νηστικά νερά, στέκει στο νύχι απάνω ο φάρος, στο τέλος απ' το μονοπάτι της στεριάς και ορίζει μονοπάτι της θάλασσας και των χαμένων ψυχών. Αενάως ο ήλιος βουλιάζει κι εκτοξεύεται και το φάος του ρουφάει ο φάρος τη μέρα κι εκπέμπει ράβδους από μάτια, μεσούσης της νυκτός. Πάνω στο ερείπιο ζει και στροβιλίζεται μόνον το φάος, κοιμάται ο άνεμος και εκείνο κρέμεται στο μεταίχμιο γης, θάλασσας, ουρανού και Αδη. Εκεί σε μάλωσα, σε απώθησα και σε έτσουξα, εκεί με χτύπησες πάνω στην πληγή, όπως κάνεις πάντα από αδυναμία και φόβο... Μα δεν μπορώ παρά να είμαι ο φάρος σου και το ξέρεις. Είναι, ωστόσο, στο χέρι σου να δεις από τι σε διώχνει ο φάρος, από τι θέλει να σε φυλάξει... Μετά βεβαιότητος όχι από τον εαυτό του.

Σ'αυτόν τον Άδη που ζούμε, η αγάπη που ανάβει το φάος του φάρου, που στέργει, που φυλάγει, που ορίζει, που αληθολογεί, πού 'ναι αναμφισβήτητη σαν την ίδια την ύπαρξη, πληρώνεται με επιταγές απομάκρυνσης. Οι φάροι πάντα στέκαν μόνοι. Το ίδιο και η αλήθεια.

Friday, March 21, 2008

Γέροι, κορέλες, φράγκοι και άλογα.




Στη Σκύρο φτάσαμε βράδυ. Καθώς περίμενα να ξεμπαρκάρω στη γραμμή των αυτοκινήτων στην κοιλιά του πλοίου, ένα τσούρμο Γέρων όρμησε με εκκωφαντική χλαπαταγή μέσα στο βαπόρι υποδεχόμενοι τους επισκέπτες, σείοντας τις εκατοντάδες ορειχάλκινες κουδούνες που ήσαν ζωσμένοι. Όσοι έχουν βρεθεί στο νησί τις μέρες αυτές ξέρουν το έθιμο. Θόρυβος παντού, τόσος που λες μετά από λίγο πως δεν υπάρχει άλλος ήχος στη φύση, γίνεται χαλί ο κρότος και νήμα γερό που σου τρυπάει τ'αυτιά και κρεμάει το κεφάλι σου να αιωρείται απ'τον αιθέρα, μη πατώντας, λες, στη γη. Παλινδρομούν τη μέση ρυθμικά και οι κουδούνες λαλούν, καθώς οι κορέλες τους προκαλούν με τα λευκά μαντήλια τους σε εκδηλώσεις διονυσιακές. Εντυπωσιακό στην αρχή, κουραστικό μετά από λίγο, όταν το γλέντι συνεχίζεται στα στενά της Χώρας.

Η Σκύρος είναι ριγμένη καταμεσίς στο βόρειο Αιγαίο και ισορροπεί στη διελκυστίδα των ρυθμών, των ηθών και του ανήκειν. Μόνη στο χάρτη, μόνη και στους τρόπους, αναζητά ακόμη κι αυτή η αναζήτηση είναι ο χαρακτήρας της. Μισή Κυκλάδα, αλλά όχι ολόκληρη, μισή Σποράδα αλλά και πάλι όχι, δυο βουνά εκατέρωθεν, θάλασσες μεν και δε, και τ'άγρια αλογάκια της σχόλιο στην ιδιαιτερότητα. Δεν έχει ντόπιους χορούς, είπανε. Έχει όμως πολλή Ελλάδα και γνήσιους Έλληνες. Τη ζήσαμε τρεις μέρες, δύο εμείς, και τη ζωγραφίσαμε μες τις φωτογραφίες. Είδαμε τη θαμμένη ποίηση, το ορεινό λιβάδι που ποτίζει τ'άλογα, την αμμουδιά που γράψαμε τέσσερα γράμματα μα σβήστηκε η γραφή από δάκρυα, τα πήλινα ψάρια και τη μοναξιά πούχει το πρωινό ξύπνημα σαν είσαι άγαλμα σε ψηλή πλατεία. Αν είσαι από μέταλλο ή πέτρα, δεν τη νιώθεις. Έλα όμως που εμείς γινήκαμε από σάρκα και συναίσθημα φωτιά, σαν τον ήλιο που δύει πίσω από το βράχο της Χώρας και βάφει πυρά τ'άσπρα κυκλαδόσπιτά της. Η νύχτα πέφτει ρυθμικά μετρώντας τις πέτρες στο καλντερίμι με το χτύπημα του σφυριού του τσαγκάρη που φτιάχνει τροχάδια, παραδοσιακά υποδήματα από δέρμα. Ανεβαίνει από την μικρή κοιλάδα στη ρίζα του βράχου και τον τυλίγει σα μαύρο μετάξι πέπλο, φίμωτρο στις φωνές της μέρας που τελευταίο της οχυρό το μοναστήρι στην κορφή. Εκεί κλείνεται το φως και μένει ζωντανό σ'ένα καντήλι όσο βαστάει το σκότος και μετά γλιστρά απ' τη χαραμάδα της καστρόπορτας κι αγγίζει τον ορίζοντα στην ανατολή. Και σηκώνεται το σκοτεινό πέπλο και κρύβεται κάτω απ'τα πεύκα στο βόρειο βουνό, κρύβεται στα πάμπολλα ξωκλήσια που μένουν κλειστά, κρύβεται στα χαλάσματα και κάτω απ' τα κατάλευκα βότσαλα του γιαλού.

Εσύ ήσουν φως και σκοτάδι. Δεν ξέρεις ακόμη, δε νιώθεις. Το βρήκες αυτό που ζητούσες να βρεις, μα δεν ξέρεις ότι το ζητούσες. Ένα αλογάκι έφαγε απ' τα χέρια μας, η άγρια αδάμαστη φύση τίμησε την παρουσία μας. Στο δρόμο, μετά τον τάφο η ζωή. Μην τη διώχνες καταβρέχοντάς την με μπουκάλια δάκρυα.

Thursday, February 28, 2008

Ο ήλιος του απογεύματος


Σ'αγαπάω γιατί υπάρχεις. Γιατί υπάρχω. Γιατί το ξέραμε, γιατί το θέλαμε κι ας λέγαμε πως όχι. Γιατί κοιτάξαμε τον ίδιο ήλιο του απογεύματος, γιατί αγγίξαμε τη μέθη της θάλασσας, γιατί ενωθήκαμε στην αγκαλιά μιας νύχτας από γιασεμί, γιατί στη βρύση με πιτσίλισες νερό κι εγώ φιλιά κατόπιν, γιατί τα χέρια μας ταιριάξανε το ένα μέσα στ' άλλο, γιατί τα χείλη μας υφαίνουν κείνους τους ιστούς που μάς κρατούν μαζί ακόμη κι όταν χώρια, γιατί είμαι η ζέστη σου κι είσαι η δροσιά μου.

Σ' αγαπώ γιατί σε βλέπω, γιατί σε μυρίζω, γιατί σ' ακούω, γιατί σε γεύομαι, γιατί σ' αγγίζω. Όλα. Όχι λιγότερο απ' αυτό. Σε ζορίζω, με τρελλαίνεις, με διώχνεις, σε στριμώχνω, σε μαλώνω, με πειράζεις, μου δίνεσαι, σε παίρνω, σου δίνω, με δέχεσαι. Χρυσάφι κυλάει στο νερό την ώρα του μαζί, λαμπρό αυτό κι εμείς φιγούρες σκοτεινές που απολαμβάνουν. Είμαι το μωβ στο ζουμπούλι και το δεντρολίβανο του παραθύρου σου, εκείνο που βλέπεις κάθε που ξυπνάς και που σε βλέπει όσο εσύ κοιμάσαι, που άντεξα στο χειμώνα και χαίρομαι όταν βλέπω την άνοιξη στο πρόσωπό σου, που είναι το πιο όμορφό της σπίτι. Γλυκιά τυράννια σαν το μέλι ο έρωτας, τσίμπημα ο πόθος και κεντρίζει την έκσταση. Φάγε απ' το μέλι που σου δίνω, δος μου το μέλι σου να πιώ. Στο έβδομο φεγγάρι χύνουμε το ασήμι όχι με την τύχη, αλλά με την αγάπη πια και με τη θέληση.

Σ.Α.Γ.Υ., για σένα που το ξέρεις.

Tuesday, February 26, 2008

Maria D. Lafitte - Καλό ταξίδι, ψυχή.





Η Maria Dolors πέταξε στις 15 του μήνα Φλεβάρη. Το περασμένο καλοκαίρι περάσαμε μέρες τραγουδιού στον Άγιο Λαυρέντη, μόλις έξι μήνες πριν. Συναυλία της στις 23.08, μέσα στα πυκνά φυλλώματα, απόκοσμη, μυστηριακή, αλλόκοτη, αλλοτινή κι εγώ κρεμασμένος από τα κλαδιά, να την ακούω. Στα 58 της χρόνια ξεκίνησε για αιθέριους τόπους, με την παιδιάστικη φωνή που ερχόταν απ' το παρελθόν και το ενσωμάτωνε με τόση μαεστρία στο άτυπο παρόν μας. Ένα παρελθόν που μιλούσε γι΄αξίες, γι΄ αγάπη, για έρωτα, δόσιμο, έκσταση συναισθήματος και χαρά μέσα στην απλότητα της ζωής.

Εκείνη αγαπούσε το νερό, μιλούσε κι αγκάλιαζε τα δέντρα, μάθαινε να τραγουδάει ηπειρώτικα πολυφωνικά τραγούδια και φορούσε πάντα το χαμόγελο. Κάναμε παρέα οι δυο μας. Καταλαβαίναμε. Ήταν απο κείνους τους ανθρώπους που μιλούν και με τη σιωπή τους, που οι καρδιές τους ακτινοβολούν χρώμα και στις πλάτες κουβαλούν το βάρος του προτύπου, μια από τις τελευταίες τροβαδούρους ανόσιων καιρών που σφάζουν την τέχνη με γιαταγάνι το χρήμα, μια αγνή Άνθρωπος διαποτισμένη από Αγάπη. Ο Θεός την πήρε, την έκαμε φλόγα κάνοντας στάχτη ό,τι φθαρτό είχε πάνω της και η κηδεία της γιορτή για τους γνωστούς και φίλους, όπως το ήθελε εκείνη. Τελευταία φορά που την είδα, μού έδωσε ένα δίσκο της γεμάτο μουσικές των τροβαδούρων. Τον ακούω συχνά. Τρώγαμε μαζί, τα χέρια της κρατούσαν το ποτήρι το νερό και το ευλογούσαν, αγκάλιαζαν τον πλάτανο εκεί στην πλατεία και του'λεγαν 'ευχαριστώ' για τη σκιά, για τη δροσιά και για τη συγκυρία. Κι αυτό το απόσπερο της 15ης του Φλεβάρη, ντύθηκε στα πράσινα η ψυχή της και σβέλτα, αθόρυβα - κι ας ήτανε λευκόκωμη, είναι που δεν άσπρισε ποτέ η καρδιά της - πέταξε πίσω από τον άγγελο, όπως φεύγουνε πάντα οι τροβαδούροι, οι ουκ έχοντες πού την κεφαλήν κλίναι, για να αλαλάζει με τους αγαπημένους της ψηλά εκεί, να υμνεί την αγάπη στην Αγάπη.

Θα μας λείψεις για πάντα, Μαρία Ντολόρς.

Friday, February 22, 2008

Σύνθεση από φεγγάρι, σύννεφο και αντέννες


Μακρόσυρτη απουσία από τις καταγραφές, μια και η ζωή πηγάζει έντονη τον τελευταίο καίρο από τα βράχια του έρωτα, θέτοντας σε κίνηση υλικά και ιδεατά γρανάζια. Οι αντέννες μου ανοιχτές, συνέλαβαν το σήμα της έλξης και συντονίστηκαν στο ατέρμονο γαλάζιο, που όμως εγκολπώνει εξίσου στοργικά τη σελήνη και τα σύννεφα. Τα αεικίνητα πινέλα του χρόνου βάφουν στα μάτια μας εικόνες μέσα από το απαρέγκλιτα σταθερό και συνάμα αείζωο motus perpetuum εκείνου που, φαινόμενος ακίνητος, ξεγελάει τους πρωταθλητές της ζωής στο νήμα του τερματισμού. Έκτο φεγγάρι πλησιάζει, έκτο από τότε του Αυγούστου, όταν στην ίδια φάση του ξόρκισε δαίμονες της μόνωσης κι έφεξε δαίμονες της μοναξιάς, πάνω σε πέτρες αγκαλιασμένου από γαία γιαλού. Μες την καρδιά κρατήθηκε η θέρμη εκείνης της βραδιάς, κι αν τώρα σύννεφα χιονιού εφίπτανται εκτός κι εντός, πάντα ελπίζω πως ο ήλιος και η αλήθεια θα νικήσουν. Πάντα η σελήνη της δωδέκατης ημέρας ας ανατέλλει στη γωνία όταν τα χείλη εκστομίζουνε πληγές, όταν τα μάτια μας ξεχνούν πως αγαπιούνται κι επιτρέπουν σε αλλότρια σύννεφα ομίχλες. Σ.Α.Γ.Υ., για εκείνον που κατάλαβε.

Thursday, October 04, 2007

Γωνήλιον ουρανογώνι.


Συμβαίνει κάθε μέρα. Ορατό ή αόρατο, εφικτό ή ανέφικτο, συνηθισμένο ή μοναδικό. Πολωτικά τα πράγματα γύρω μας. Έχουμε όλοι πιάσει τις γωνιές μας, πολεμώντας τις αντικρυνές γωνιές, ξεχνώντας την αγαλλιάση του μαζί. Γαλάζιο και κόκκινο, μα τι ποικίλματα ενδιάμεσα!

Saturday, September 15, 2007

Κάπα Βήτα



Είναι φανταχτερό. Λάμπει στη σύγχρονη βιτρίνα. Τα παλιά φανάρια χλωμιάζουν στη θωριά του. Καμαρώνει, καλογυαλισμένο και φανφαρόνικο, απομονωμένο και δακτυλοδεικτούμενο, διαφημίζοντας μόνον τον εαυτό του, αυθύπαρκτο αλλά και αποκεκομμένο. Όσο κι αν στήθηκε για να στολίζει, δεν παύει να είναι απλώς ένα Κάπα Βήτα. Κέρατο Βερνικωμένο.

Friday, September 14, 2007

Quote.

"...Είναι στ'αλήθεια μαγική αυτή η στιγμή που - όσα χρόνια κι αν έχουν περάσει που γνωρίζεις τον σύντροφό σου - μπορείς να εκπλήσσεσαι ευχάριστα ανακαλύπτοντας μια νέα πτυχή του, φωτίζοντας από μια διαφορετική γωνία το ίδιο σώμα που σε έχει αγκαλιάσει τόσες φορές, το ίδιο μυαλό που ξέρεις ότι σε σκέφτεται και σ' αγαπάει." [...]

Excerpt from blog : Is there life after birth

Τα ΡΩ του Ερωτα.



ΡΩ, έΡΩτας παΡΩν
αρΡΩστια άκΡΩς πυΡΩμένη.
ΜηΡΩν ζαΡΩματα
χειΡΩν τΡΩτές αναρΡΩτήσεις
μυΡΩνουν στΡΩματα
κηΡΩν αΡΩματα
χοΡΩν ΡΩμαίικων πΡΩτηχήσεις
νεΡΩν αρθΡΩματα.

ΛαμπΡΩν ζεφύΡΩν ανθηΡΩν σκαΡΩματα
μικΡΩν αντΡΩν ζαχαΡΩμένα χΡΩματα!

Tuesday, September 11, 2007

Στο παλιό λιοτρίβι.


Το φιλοπαίγμον πινέλο ζωγράφισε πάνω στο χάρτη φιδωτό το δρόμο που σε φέρνει στον Άγιο Λαυρέντιο, ως εκ τούτου η άσφαλτος δε θα μπορούσε να παρεκκλίνει από το επί χάρτου. Έντεκα χιλιάδες μέτρα μήκους και εξακόσια εβδομήντα ύψους μακριά απ΄ τις εκβολές του Βρυχώνα βρίσκεσαι στις εκβολές ενός άλλου κόσμου, νεκροζώντανου, που θυμίζει πόσο κάποτε ζούσαμε και πόσο τώρα όχι. Το νερό παίζει παντού με τις πέτρες, τα δέντρα, τα μάτια, τ' αυτιά και τα χείλη μας και χορδίζει την άρπα των ανέμων καθώς αυτοί μονομαχούν με τα φύλλα του τριακοσιετούς πλατάνου που αγκαλιάζει σα κλώσσα την πλατεία και όλα τα μουσόπουλα που είναι μαζεμένα εκεί για να περάσουν ακόμη μιαν ερωτική ανάκληση της εφηβείας τους σ' αυτόν τον λάγνο τόπο.

Το χωριό ζει μιαν ακμή παρελθόντων χρόνων αυτές τις λοίσθιες του Αυγούστου. Ο ήχος πανηγύρι και κιλίμι που απλώνει τα κρόσια του στα μαρμαρένια βεραντάκια, που τον φέρνει ο άνεμος να ροβολάει μαζί με το Βρυχώνα ίσαμε την Αγριά χαμαί. Αδέρφια όλοι. Κι εραστές της μουσικής και αλλήλων. Το δάσος πρόσφορο, η σελήνη θυμιατήρι και η Παναγιά η Σουραυλού κρατάει καλά τα μυστήρια της δικής μου θείας λειτουργίας. Η ψαλμωδία κι ο έρωτας είναι παιδιά του Θεού. Οι φωνές που σωπαίνουν από έκστασι, οι σιωπές που λυγμαίνουν και το μυστικό φιλί επάνω απ' το κερί, γι' αυτά να ζήσης, γι' αυτά να νεκρωθή το εγώ για το εσύ. Το χέρι-χέρι της δροσιάς, το νυχτερινό πιάνο και η φεγγαράδα στο δέρμα χειλιών αγκαλιασμένων. Στο καλντερίμ αντάμα κόπρανα και νυχτολούλουδα, άνθρωποι κι άνθρωποι στις ίδιες πέτρες ολισθαίνουν. Και στις γλυστερές ματιές των οι καρδιές.

Εις το παλιό λιοτρίβι ο μύλος είναι πια γρανάζι μοναχό χωρίς λαλιά. Απέσβετο λάλον ύδωρ. Η πολυτέλεια άδει τη συντέλεια των αγνών. Ο πανταχού παρών πλάτανος φυλλορροεί, ένεκα η ζέστη. Τα παιδία παίζει στην αυλή. Εγώ μόνος στο αφιλόξενο κρεβάτι μου απαριθμώ φατνώματα και σκέψεις, όπως ο ήλιος διασχίζω το αστερέωτο. Πάλι κι απόψε συναυλία, όπως και αύριο και χτες. Πότε πάνω, πότε κάτω απ' τη σκηνή, μά όλοι αντάμα. Σε πολλές χαρές που πήγα, φωνεί η ηπειρώτισσα. Πέρα σε κείνο το βουνό, κοντούλω μ' τι με μάρανες, κλήμα ήταν φυτρωμένο, έλα, μαυρομμάτα μ', έλα. Πόσο καιρό, λογίζομαι, έχω να πάω σε χαρές.

Τελευταία μέρα (ή, έτσι πίστευα) το πρωί, όλοι στην πλατεία για το μεγάλο αντίο, που έγινε εξαπιναίως καλωσόρισμα εκεί, στη ρίζα του αιώνιου πράσινου πλατάνου με το πράσινο τραγούδι και με την πράσινη ίριδα που αργότερα βυθίστηκε στη θάλασσα του κάστρου, ανάμεσα σε ανθρώπινα μέλη και σαξόφωνα. Κι όταν αργότερα πολύ εβγήκε πάλι η θυμιατίστρα η σελήνη, σα παπαδάκι λαμπερό και με τα σύννεφα καπνούς να βγαίνουν απ' το στόμα της, όλα μας τα "γιατί" απαντήθηκαν μεμιάς, τόσο άρρητα εκτενώς που μας ετρόμαξε η πολλή αλήθεια, η πολλή ελευθερία κι η πολλή χαρά, σαν νάταν για ποινή ο φόβος μας. Μα η στιγμή απ' τη δύναμή της χαράχτηκε στο στύλο και στο μπλέ παράθυρο που κοιτάζει τη δύση και τόσο μας άρεσε, εκεί στο μονοπάτι προς το θαλασσένιο κάστρο με την πιτσιλίχτρα βρύση απέναντι από το γιασεμί. Τα παιδιά του είναι τώρα μαραμένα στο ράφι μου, το άρωμά του όμως τυλίγει με μετάξι την καρδιά μου.

Ο Άγιος Λαυρέντιος μπορεί να υπομένει την επάνοδό μας: την επάνοδο της ζωής στην πέτρα του καλντερίμ και των ονειρογρίφων μας που, όπως λένε, είναι ζυγιασμένοι ανάμεσα στους πόθους και τους φόβους μας.

De somnibus et civitatibus.

"...ό,τι είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς, μπορεί και να το ονειρευτεί αλλά και το πιο αναπάντεχο όνειρο είναι ένας γρίφος που κρύβει μια επιθυμία ή το αντίστροφό της, μια φοβία. Οι πόλεις, όπως και τα όνειρα, είναι χτισμένες με επιθυμίες και φοβίες, παρότι το νήμα που τις συνδέει είναι μυστικό, οι κανόνες τους παράλογοι, οι προοπτικές παραπειστικές και κάθε πράγμα κρύβει ένα άλλο πράγμα... και νομίζουν ότι είναι έργο του μυαλού ή της τύχης..."

Ιταλο Καλβίνο: Οι αόρατες πόλεις.

Thursday, September 06, 2007

Volver

Επιστρέφω. Σε μια ηχορρυπαρή πόλη μετά από διαμονή σε ορεινό πηλιορείτικο χωριό. Σε μια καμμένη χώρα μετά από ώρες φυσιολατρικών εξερευνήσεων. Στη ζωή του πολίτη μετά από στρατιωτική θητεία. Στη χαρά της δουλειάς μετά από μήνες απραξίας. Στις σοβαρές αποφάσεις μέλλοντος μετά τη χαλαρή άφεση στην ημερησία διάταξη της καλοκαιρινής ραστώνης. Στο blog μου μετά την αφωνία μηνών. Και στα ακραίωρα μονοπάτια του ανοίγματος, μετά από περίοδο αυτοεγκλεισμού! Αυτό είναι ένα πρελούδιο σε ήχους volver.

Tuesday, July 24, 2007

Lacrimosa dies.


Ο Γιάννης κι ο Δημήτρης δεν υπάρχουν πια.
Έπεσαν χτες νικημένοι απ' τη φωτιά.
- requiem aeternam dona eis, Domine.
Πέθαναν χτες νικώντας το θάνατο
που μάς επιβάλλουν οι εξουσίες.
- et lux perpetua luceat eis.
Κάψαν στη φωτιά μαζί με τις σάρκες τους
όλα τα ξεραμένα λόγια των πολιτικών.
- quid sum miser tunc dicturus?

Πότισαν με ιπτάμενα ύδατα ανδρείας,
με κύματα ακατάβλητου ηρωισμού,
με σύννεφα αιθέριας περηφάνιας
και με αστείρευτες πηγές δακρύων
όλους αυτούς που στάθηκαν στο πλάι τους.

Το κίτρινο υδάτινο πουλί τούς πρόδωσε,
εκείνοι δεν πρόδωσαν ποτέ τον όρκο τους
- voca me cum benedictis
"ως πιστός και φιλότιμος στρατιώτης"
ούτε μια Ελλάδα που καίγεται από φλόγες
- flammis acribus addictis
κι από ανίκανες μετριότητες
- confutatis maledictis
κι από εμπρηστές - πλέον δολοφόνους

Θυμήσου, Κύριε τα παιδιά σου
- recordare, Jesu pie
σήμερα που έρχονται κοντά Σου.
- ne me perdas illa die.

Είθε η φωτιά απ' τους δρυμούς και τις αθώες κοιλάδες
να κατεβεί καλπάζοντας στο Σύνταγμα.
Είθε οι καπνοί που τους έπνιξαν με δόλο φονικό
να θολώσουν τα μαύρα σχέδια των ατίμων.

Ο Γιάννης κι ο Δημήτρης και οι άλλοι,
οι γενναίοι που τελευτούν για τους δειλούς,
είναι όλοι τους ήρωες,
στη ζωή και στο θάνατο.

Tuesday, July 17, 2007

Cocktail blues.


Η ιστορία αυτή δε θα λάβει χώρα σε εξωτικά μέρη, ή τουλάχιστον σε μέρη τα οποία πας έλλην κάγκουρας μετά συζύγου και Jeep θεωρεί εξωτικά, απαξιώνοντας απαρεγκλίτως και συλλήβδην τα εγχώρια. Ουχί. Η ιστορία αυτή θα εκτυλιχθεί εις ελληνικήν παραλιόραβδον (beach bar, gia tous omilountas apsoga tin aramaikin...), ανήκουσα εις ξενοδοχείον έκτακτον, μεσούσης της νυκτός, όταν τα αλαλάζοντα πλήθη εγκαταλείπουν αγάλι τον αγώνα της διασκέδασης με σκοπό τον εμετό, το σεξ και τον ύπνο (με οποιαδήποτε σειρά). Θα την πασπαλίσουμε με αστερόφως και καθόλου σεληνόφως το οποίον μπορεί να αποβή ξενερωτικόν εάν η σελήνη κατσικωθή και δε λέει να κρυφτή και να μας αφήση στο ποθητόν σκοτάδι. Ζωγραφίζουμε, λοιπόν, το μπαράκι: πλακόστρωτος πάγκος με πλακάκι μπλου, καλαμωτή για σκέπασμα και γύρω φοίνικες. Χαμηλό φως απο πυρσούς, χιλιάδες μποτίλες στο οπτικό μας υπόβαθρο και μέσα απο αυτές τα ποτά γυροφέρνουν τις διαθλάσεις και τα πνεύματά τους γεννούν μικρόκοσμους βιώσιμους για δευτερόλεπτα. Εκεί, στην ιστορία μας αυτή, διαφεντεύει ο Στέφανος, άνδρας εύρωστος, μελαγχροινός, όμορφος πέραν του ειωθώτος και με στροβιλίζον μυαλό που χύνεται μέσα από ένα ζευγάρι καταπράσινα μάτια και λαλεί ανάμεσα από δυο ιδανικά, υγρά και κυματώδη χείλη πολιορκημένα από το αξύριστό του πρόσωπο.
Ας τοποθετηθώ λοιπόν κι εγώ μέσα στην ιστορία. Νάμαι. Είμαι τοποθετημένος, θες από ένστικτο, θες από τύχη, θες από προμελέτη, σε ένα από τα ψηλά σκαμπώ απο μπαμπού. I wasn't here before, with the crowds. Ήλθα μετά, όπως φτάνει η γνώση και η ωριμότητα στα ελαφρά μυαλά, όπως χύνεται η ενδορφίνη στο αίμα ακολούθως του οργασμού, όπως ο λιγύφθογγος ύπνος χαϊδεύει τα βλέφαρα μετά το ξυλοκόπημα της κούρασης. Είμαι, θαρρώ, φτιαγμένος για να έρχομαι μετά, αλλά να φεύγω πριν. Το καίριον δεν το ένιωσα ακόμη. Είμαστε μόνοι μας με το Στέφανο και την βελούδινη μουσική ethnic που καθαρίζει το χώρο απο το προηγηθέν νταβαντουραχταρμοθύλευμα ουρλιαχτών και τυμπάνων το μέγεθος γηπέδου. Πίνω στα κόκκινα και φοράω τα σιελ και τα λευκά μου, που μού πάνε. Η strawberry marguerita είναι παγωμένη ενώ ο Στέφανος καυτός. Δε γνωριζόμαστε (καλά, άσε που εγώ ξέρω τα πάντα γι' αυτόν, επισήμως είμαστε άγνωστοι), αλλά εγώ τον έχω ενστερνιστεί εδώ και μέρες και γι' αυτόν ξενυχτώ και ριγώ κάτω χαμηλά. Απόψε όμως που έκανα το βήμα και ήλθα, δείχνω ατάραχος, θες το ποτό, θες η απόφαση.

Με πρόσεξε καθώς μπήκα στο χώρο του, γεγονός που έδωσε μια γερή σπρωξιά στην αταραξία μου και μού φιλοδώρησε ένα γερό γαργάλημα στο υπογάστριο, μαζί μ' αυτή την αίσθησι του αδειάσματος που βιώνει κανείς όταν ο πόθος του κατευθύνεται κι όταν ο έρωτας βυζαίνει μέσα του απ' τα βλέμματα τα γεμάτα νόημα. Σκαρφάλωσα στο πλησιέστερο σκαμπώ μα ο αυτοέλεγχός μου κατρακύλησε όταν με κοίταξε κατάματα καθώς ήταν ακουμπισμένος πλάτη στα ποτά του. "Καλώς τονε κι ας άργησε..." είπε. Η φωνή του καβάλησε πάνω στη μουσική και εισέβαλαν στ' αυτιά μου πλήρως εναρμονισμένες. "Καλησπέρα, κούκλε", είπα εγώ με κείνη την περίεργη διχοτόμηση προσωπικότητας που σε κάνει να μην αναγνωρίζεις την ίδια σου τη φωνή και να χάνεις τον έλεγχο του λεξιλογίου σου. Ακολουθεί εσωτερικός διάλογος κλασμάτων δευτερολέπτου, του στυλ: "Λωλάθηκες, ρε; Άκου, "κούκλε"! - γιατί, τι είπα; - Μα είναι δυνατόν, ακόμη δε σου μίλησε ο άνδρας κι εσύ αμέσως σαλιάρισες, λυσσάρη! - έλα τώρα, υπερβάλλεις, αφού είναι κούκλος και το ξέρει - Τι θα σκεφτεί βρε μαλθάκα, το παιδί; - τα καλύτερα, ελπίζω - ναι, σιγά, που πήρε κουμάντο το πουλί σου" κ.ο.κ. Τέλος εσωτερικού διαλόγου, κι εγώ παραγγέλνω το κόκκινο ποτό μου από τα χέρια του, τα οποία φαντασιώνομαι να ανακατεύουν το κορμί μου αντί τα οινοπνεύματα. "Είναι το χρώμα σου το κόκκινο", μου πετάει. Ναι, είναι. Πάντοτε ο πόθος στη φαντασία μου ήταν κόκκινος, το χρώμα αυτό με κεντρίζει, με γλυκαίνει, με συντονίζει στους παλμούς του έρωτα. Είναι ιδέα μου, ή με προσέχει πέραν του πελατειακού; Όποτε τον κοιτάω κατάματα, αρπάζει στον αέρα το βλέμμα μου και μού το αντισφαιρίζει σε πράσινο χρώμα ανεξερεύνητης ζούγκλας. Η ταραχή μου εντός ολίγου θα γίνει έκδηλη. Είμαστε μόνοι, η νύχτα συνάδει, το ποτό επίσης. Χρωματική πανδαισία και λάγνη μουσική. Πολύ θέλει ο άνθρωπος ν' ανάψει?

Στο σημείο αυτό η ιστορία μας αρχίζει και γδύνεται. Καθώς μου δίνει το ποτήρι, τα χέρια μας αγγίζονται. Τυχαία; Πώς με κοιτάει έτσι αυτός ο άντρας, Θεέ μου. "Κερασμένο!". Όχι, δεν είναι τυχαίο. Θα παίξω κι εγώ: "Μόνον αν με αφήσεις να το ανταποδώσω", λέω και καρφώνω τα μάτια μου μέσα του. Πιάνει την πάσα με το γάντι. "Φυσικά. Όμως, ελπίζω να μην το κάνεις από υποχρέωση". Αυτό ήταν, έχω τρελλαθεί. "Μόνον απέναντι στον εαυτό μου", απαντώ. Η σιωπή που ακολουθεί τραντάζει τα πάντα μέσα μου και ο παλινδρομικός ήχος του κύματος αποκτά αλάνθαστο συμβολισμό. "Σε λίγο θα το κλείσω", μου λέει. "Η θέα όμως από το μπαλκόνι μου είναι εξαιρετική". "Και προς τις δύο κατευθύνσεις, μέσα κι έξω", απαντώ. Αφήνει ν' αναβλύσει χαμόγελο και αρχίζει να σβήνει έναν-έναν τους πυρσούς, αναγκάζοντας τη νύχτα να ανέβει σκαλί-σκαλί από τη θάλασσα στο μπαρ. Όταν τελειώνει, έρχεται κοντά μου. Πια το σκοτάδι έχει κυριεύσει το χώρο, ίσα που φαίνονται τα πρόσωπά μας στην αίγλη των μακρινών φώτων. Εγώ καθισμένος ακόμη στο σκαμπώ, εκείνος όρθιος και πλησιάζει αμίλητος με κραυγαλέα μάτια. Εισβάλλει στο ζωτικό μου χώρο οδηγημένος απ' το μίτο που δέσανε τα μάτια μας. Τα ανοιχτά μου γόνατα γίνονται τώρα η φωλιά του. Η ενέργειά του με αγγίζει πρώτη, μετά η ανάσα του, το χέρι του πάνω στο δικό μου και τελευταία τα χείλη του που ψάχνουν το ταίρι τους στο ημίφως. Ανείπωτη η πρώτη επαφή, νιώθω ότι θα λιποθυμίσω και γραπώνομαι απο τη γλύκα του φιλιού που περνάει από την τρυφερότητα στο πάθος καθώς τα χέρια του κλείνουν μέσα τους το κορμί μου και τα γόνατά μου εγκλωβίζουν το δικό του. Απομακρύνει το πρόσωπό του ίσα για να με κοιτάξει και αμέσως βυθίζεται πάλι στο φιλί που, λες, μαγεύει τα λεπτά και τα κάμει ώρες. Αμίλητοι κι οι δυό μας, Στέφανε, μα οι καρδιές μας σαν τύμπανα σημαίνουν μέσα σε δάσος τροπικό, που ξέρεις σαν τ' ακούς πως ίσως κινδυνεύεις. Ο νεογέννητος πόθος, παιδί του φιλιού και της νύχτας μάς σηκώνει. Ο Στέφανος με παίρνει απ' το χέρι και, αφήνοντας πίσω μας το άφωτο μπαρ, ακολουθούμε το μονοπάτι που βγάζει στο δωμάτιό του και στον παράδεισό μου. Εκεί, σε κείνο το δωμάτιο που κρέμεται πάνω απ' τη θάλασσα με τα κύματα να παλινδρομούν αενάως και πού'χει τ' αστέρια στέγη, απαλλαχτήκαμε απ΄όλα τα εμπόδια και δοθήκαμε ο ένας στον άλλον απαράμιλλα και ολοκληρωτικά, απολαμβάνοντας με όλες τις αισθήσεις και πλήρεις συναισθήματος την ένωσίν μας έως που ο ήλιος ξεκίνησε χαράματα να βάφη τον ορίζοντα και να χρωματίζη τα πάντα. Η πρώτη έκλαμψις με βρήκε στεφανωμένο με τα χέρια και τα χείλη του εραστή μου, έτοιμο να βουτήξω για πολλοστή φορά μέσα στο εδεμικό εκείνο πράσινο που'χει στα μάτια, αυτού που έκτοτε η ανάμνησις με συνοδεύει σε κάθε πρωινό μου ξύπνημα.

Sunday, July 08, 2007

Girando



Domenica pomeriggio colla gente amata, poi una passeggiata per la citta'. Se stai cercando, troverai sempre che il vecchio si diventa nuovo agli occhi che sanno guardare.

Friday, July 06, 2007

Το σπίτι μου στα χείλη του...


Η ίδια εικόνα κυριαρχούσε ανέκαθεν στο πανόραμα της φαντασίας μου κάθε που έχτιζα, παιδάκι πρώτα και μεγάλο παιδί κατοπινά, συνήθως τις ώρες της δροσιάς και των αστέρων, το σπίτι που μέσα του θα έκρυβα τον εαυτό μου από την αδιακρισία του κόσμου και θα ζούσα τη γόνιμη μοναξιά μου αλλά και τον ολοκληρωτικό έρωτα χαλαρωμένος και πειραχτικά ημίγυμνος στο μεγάλο ξύλινο δωμάτιο με τον ένα του τοίχο απο γυαλί που βλέπει την αγριεμένη θάλασσα του δειλινού την ώρα της καταιγίδας. Αυτή η εικόνα δεν άλλαξε ποτέ μέσα μου, κι αν διήλθαν πάνω μου τα χρόνια, πάντα τη βλέπω μπρος μου σαν κλείσω τα μάτια στο σκοτάδι.

Το σπίτι αυτό είναι καθισμένο σα γλάρος πάνω στην άκρη ενός ψηλού γκρεμού που κοροϊδεύει τη θάλασσα, κι εκείνη του γλύφει υποτακτικά μα με αμείωτο μίσος και μανία τα πόδια όσο τσακίζεται πάνω του μαινόμενη κι αφρίζουσα, μουγκρίζοντας, βογγώντας και ικετεύοντας σαν κακοπαθημένη σκλάβα τον κυβερνήτη άνεμο που της ταράζει την υγρή γαλήνη. Γύρω του φράχτης εν λευκώ κρατάει μακριά τα ακόρεστα βλέμματα και κύκλος από πέτρες τα πνεύματα της ψευτιάς. Δεν υπάρχει διαφυγή απ' το σπίτι αυτό, παρά μόνον από το δρόμο που οδηγεί στην πόρτα του. Το ιδανικό locus delicti. Αυτή η αίσθησις κάπως με ηδονίζει. Το απαρέγκλιτο, το αναπόφευκτο, το μοιραίο και το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον, ο έλεγχος απο τη μια και ο άβατος μονόδρομος του βαραθρώδους χάους διαρρήδην απόλυτος στην άλλη πλευρά. Το τέλος της γης, η αρχή του νερού. Ο ουρανός μουτζουρωμένος από συννεφοπινελιές εναλασσόμενου χρωματισμού από το ερυθρό στο μελανό και η φύση γύρω ανήσυχη. Το κτίσμα, καρφωμένο σαν απομεινάρι δόντι σε γέρικο στόμα που χάσκει στο άπειρο, τραβάει το βλέμμα και τους κεραυνούς. Εγώ εκεί μέσα ασφαλής και ελεύθερος.

Εκεί ο έρωτας γεννιέται κάθε δειλινό σαν φοίνιξ απ' τις στάχτες του δύοντος Απολλώνιου οφθαλμού, όταν εσύ κι εγώ, ιδανικέ ημίγυμνε εραστή μου, μοιραζόμαστε τα μάτια μας, ανταλλάσσουμε τ'αγγίγματά μας και οι καρδιές μας πετούν στο δρόμο του θνήσκοντος ηλίου μέσα απο τη μεγάλη υάλινη οθόνη που ανοίγει στον άπειρο ορίζοντα. Οι ιριδισμοί του πλαγίου φωτός της θάλασσας πεταλουδίζουν στα ενωμένα χέρια, στα ενωμένα χείλη και βάφουν με φλόγα το ψηλό δωμάτιο και την προστατευμένη αγάπη μας. Κι όταν πετάξουμε αστραπές πιο καίριες απ' τις αστραπές, όσο η μανική βροχή ξεπλένει τις ντροπές και τις υποκρισίες που χάνονται στο βάραθρο που χάσκει κάτω μας, καθώς αρχίζει η βροχή των αστεριών που θα κεντήσει τη δροσιά της στο στερέωμα, εσύ κι εγώ γινόμαστε ένα σώμα, χαμένοι ο ένας μες στον άλλον παλινδρομικά και de profundis ex profundo, ευλογημένοι και δεδοξασμένοι και μεγάλοι όσο μικροί.

Όμως αυτό το σπίτι είναι για τα δειλινά της μέρας και της νιότης. Δεν νοίκιασε τυχαία της φαντασίας μου τη σοφίτα η εικών του: το ξέρω πως υπάρχει, αφού υπάρχει μέσα μου ήδη. Στο μακρινό μου ορίζοντα που ανοίγεται στη θάλασσα των κόσμων, κάποιο ακρωτήρι θα φανεί που με προσμένει και μαζί του εσύ, ιδανική αγάπη μου με τα χείλη μισάνοιχτα πάνω στα χείλη του γκρεμού που κοιτάζεις το πέλαγος. Εκεί στο γκρεμό που με πόθησες τόσο θα χτίσω το σπίτι μου αυτό, πάνω στην πέτρα και στα χείλη σου. Η φύση γύρω ανήσυχη μα η γαλήνη στο βλέμμα σου και βράχος η αγάπη σου. Κλεισμένοι εκεί θα ζούμε μονάχα για τα δειλινά, την ομορφιά και για τον έρωτα.

Monday, July 02, 2007

Μετεωρισμός

Χτές τη νύχτα στις δύο παρά τέταρτο έπεσε έν' αστέρι. Όρθιος μέσα στο μικρό σπιτάκι μου έτυχε να σηκώσω το κεφάλι για να πάρω μέσα μου τη μοναδική του όψη, τη δοξασμένη στην αιωνιότητα των τριών δευτερολέπτων κατά τα οποία μονοπώλησε τη λάμψη του σβηστού ουρανού. Η φθονερή φθίνουσα σελήνη, κατάχλωμη σαν φθισική συνέσπασε το πρόσωπο μ' εκείνη την απαξίωση του δίκαιου αδελφού που βλέπει τον άσωτο ν' αστράφτει. Το αστεράκι μου διέγραψε την κύκνεια καμπύλη του μέσα στην αγκαλιά της ατμόσφαιρας που τού χάρισε τόση φωταύγεια εφάπαξ δια της τριβής, ωστε πάραυτα να το αναλώσει και να το μεταβολίσει στο δικό της σώμα δια παντός, μεταβάλλοντάς το σε αέριο. Και χάθηκε απ' τον κόσμο ως μήποτε ον, μόνη απόδειξη της ύπαρξής του η μνήμη μου, ίσως και κάποιων άλλων που σ' αυτή τη μοναδική στιγμή έτυχε να συλλάβουν την εικόνα του.

Έτσι περνούμε οι άνθρωποι μέσα στον κόσμο και στο χρόνο, λαμπρές στιγμές στον καμβά της αιωνιότητας. Ερχόμαστε απ' το τίποτε ενός μακρινού παρελθόντος, περνούμε ασκαρδαμυκτί το στερέωμα και γινόμαστε από ύλη ενέργεια. Αν έχουμε τύχη ίσως μας πιάσει κάποιο μάτι που μπορεί να ξεχωρίσει το φως στο μελανό ρευστό σκοτάδι που κυβερνά τη νύχτα των εποχών. Ανάλογα με τη σύνθεσή μας, μπορεί απλώς να σπινθηρήσουμε ή να κυριαρχήσουμε με άπλετο φως. Να αποτελέσουμε μια έκλαμψη ασήμαντη ή μια λευκή φωτοστοιβάδα.

Κατά τον ίδιο ηρωικό τρόπο στροβιλίζονται πάνω απ' τα σκυφτά κεφάλια μας οι ταξιδιάρες ευκαιρίες. Στο ατέρμονο σύμπαν που ποτέ δε θα γνωρίσουμε υπάρχουν αναρίθμητα σμήνη από δαύτες. Κάθε τόσο ξεφεύγει μια και μπαίνει στην τροχιά μας αδάμαστη, ξεκαπίστρωτη και ορμητική. Είναι υπόθεση της τύχης αλλά και της πρόνοιάς μας να κρατούμε έτοιμη τη σέλλα και να την αρπάξουμε από τη γοργοδρομούσα ουρά της, να την καβαλήσουμε σ' ένα άγριο ροντέο που όμως θα καθορίσει τις ζωές μας. Η στιγμή θα είναι πάντοτε μοναδική, οι ευκαιρίες μας λίγο περισσότερες.

Κάθε που ο ουρανός μάς πετά ένα απο τ' αστέρια του, είθισται να ευχόμαστε ενδόμυχα για ό,τι διακαώς ποθούμε. Εγώ ζητώ να γίνω, όταν ο χρόνος μετουσιώσει όλη μου την ύλη σε πνεύμα και η αλεξανδρινή ζωή μου πλέον θάναι σα μια ξένη φορτική, έν' αστέρι σαν κι αυτά. Δοξασμένο κι ολόφωτο στο τέλος.

Tuesday, June 26, 2007

Notte blù.


Dolce notte nel caldo della citta'. Caffe' dell' arte. Le bicchiere son pronte a servirci d'acqua fresca e d 'inspirazione artistica sotto la luce d'una mezza luna e tra il profumo dei begli amici.

Monday, June 25, 2007

Στην Αίγλη μας.

Το βραδάκι με βρήκε στην πόλη μετά από θερινή επιστροφή. Το φεγγάρι πάσχιζε να ψύξει τα καυτά απομεινάρια του φωτός κι ο Κοκός βουτηγμένος στον εσωτερικό του διάλογο αρνείται να έλθη μαζί μας στο soirée cinematographique. O Ρώρος έτοιμος και περιμένει, έχουν τάχα συνεννοηθεί αλλά εγώ διαπιστώνω μια ζώσα Βαβέλ μεταξύ των. Ένεκα το θάλπος; Καλώ και το Νίνο στην παρέα μας. Αμέσως άψογη συνεννόηση. Η ώρα περνάει, η ζέστη όχι. Ένδεκα η συνάντηση, στην Αίγλη, που φέτος δροσίζει τα βράδια μας με κείνη τη μοναδική αίσθηση της απομόνωσης μέσα στο πολύβοον άστυ. Χαμηλός φωτισμός, λίγος ο κόσμος κι εμείς παρέα τετράγωνη. Το έργο, Οι δεκατρείς του Ωκεανού. Παραμύθι, που τόσο λείπει απ' τη ζωή μας πια. Δεξιά οι πολυκατοικίες σκύβουν για να πετύχουν το τζάμπα, αριστερά το φεγγάρι χοροπηδάει ανάμεσα στα φυλλώματα και τελικά κουρνιάζει πάνω στη στέγη του παρακειμένου ναού. Πάνω μας ο ουρανός φυλακισμένος από παράλληλα σύρματα μάς αρνείται το σκοτεινό του μαύρο αντικαθιστώντας το με φωταυγές γκρι. Αυτή η αίσθησις, το τέλος της μέρας με καλή παρέα, το δροσερό ποτό και το άπρεπο popcorn στις δώδεκα ώρες της νυκτός είναι οι μικρές χαρές που χτίζουν τις μεγάλες.

Αριστερά μου κάθεται όμορφος νέος ετών εικοσιβάλε ~ τριανταβγάλε, ζευγαρωμένος μετ' άλλου ομοίου πλήν ελαχίστως ωραίου. Φυσικά, τον θέλω για τα υπόλοιπα λεπτά που μας απομένουν. Έχει καταντήσει πια ο έρως ωριαίος και δεν προλαβαίνει να σταλάξει στην καρδιά. Στη γενιά των καταραμένων δεν αρμόζουν πια έρωτες, δοκεί μοι. Εύχομαι τόσο να λαθεύω. The end. Σηκωνόμαστε να φύγουμε και ο χώρος ποτίζεται με τη μελαγχολία του τέλους, το παραμύθι διαλύεται εις τα εξ ών συνετέθη και εγώ ακολουθώ τις γάμπες του ωραίου νεανία για 4 λεπτά ακόμη. Μετά καραδοκεί η βουβή πραγματικότητα της μόνωσης κατ' οίκον (άδειον, άνανδρον, ανυμέναιον, αναγκάλισθον). Άλλη μια νύχτα δίχως χάδι, δίχως παλάμη ν' ακουμπήσεις, ως λαλεί θεϊκή αοιδός. Η κακή γωνία κρύβει το νεανία από τα μάτια μου κι εγώ πρωταγωνιστώ αίφνης, ωσάν μοντέλο, σε φωτογράφηση. Μια πρόταση για καζάντιπι πέφτει και σπάει σαν κρυστάλλινο ποτήρι και τον αποχαιρετισμό ακολουθεί η νυχτερινή παράδοση οίκαδε. Ο Νίνος κι ο Κοκός μου λένε καληνύχτα κι εγώ τους πιστεύω: τόσα χρόνια η καλή νύχτα ταυτίζεται με τη μοναχική νύχτα. Έχει μια αβάσταχτη βεβαιότητα αυτό το σενάριο που, αν ποτέ μεταβληθεί, θα μού φαίνεται εξωφρενικό τουλάχιστον.

Σαν την ταινία που μας ταξίδεψε απόψε, λαχταράω να ζήσω την αίγλη μιας αλήθειας που θα γράφει ο έρωτας κι όχι ο εαυτός μου, ν' ανοίξει η ψυχή μου σαν το θερινό το σινεμά και να έρθεις μέσα μου εσύ, άγνωστε άντρα μου όμορφε ετών εικοσιβάλε ~ τριανταβγάλε, να σε πάω στο παραμύθι των ονείρων που θα σκηνοθετήσουμε μαζί στη βραδυνή οθόνη της ζωής μας με λίγο σεληνόφως κάτω από τον πάντα καλοκαιρινό ουρανό.

Volverás...


No pensé que fueras a dejarme
Dices que te has vuelto a enamorar
que no sientes ya el amor de antes
quieres que te de tu libertad
No te detendré por un instante
no le temo a la soledad
pero sé que al fin te vas a arrepentir
y tendrás que regresar

En tu alma siempre serás mío
aunque te enamores otra vez
no podrás borrar esos recuerdos
de mis caricias en tu piel
Te recordarás en cada beso
nadie como yo te puede amar
Se, te cansarás de las mentiras
y tu volverás

No voy a tratar de retenerte
el amor no se exige, se da
si tu amor no es el de para siempre
entonces quiero saberlo ya
No te vale nada, mi cariño,
solo te sirvio para jugar
pero sé que al fin te vas a arrepentir
y tendrás que regresar.


Ποτέ δεν πέρασε η σκέψη απ' το μυαλό μου ότι θα μ' άφηνες. Σε όλες τις δύσκολες στιγμές σου ήμουν εκεί να σου κρατώ το χέρι και το κεφάλι μες το στήθος μου, μάτια κλαμμένα, φιλημένα χείλη και μέλη λατρευτά. Εσύ αδήλωτα απών. Και τώρα λες πως ερωτεύτηκες ξανά. Μη λες ξανά, το ξανά σημαίνει πως ήσουν και πριν. Δεν ήσουν, όμως. Δε νιώθεις πιά τον έρωτα που είχες για μένα και θέλεις να σε αποδεσμεύσω. Δεν τον ένιωσες ποτέ, φοβάμαι, μα ξέχασες να μού το πεις. Είσαι ελεύθερος, ούτε λεπτό δε σε κρατώ. Δεν έχει γκέμια η ψυχή του αγαπημένου, μεταξωτά κορδόνια μόνον κι αυτά δεμένα οικειοθελώς. Τη μοναξιά δεν την φοβήθηκα, μα ξέρω πως στο τέλος θα μετανιώσεις και θα γυρίσεις. Η ψυχή σου πάντα θα μου ανήκει, ακόμη κι αν ξανά ερωτευτείς. Απ΄ τη μνήμη δε θα σβήσουν διόλου τα χάδια μου στο δέρμα σου. Οι νύχτες που στάλαζαν αγάπη, που φίλαγα εκείνο το σημείο πίσω απ' τ' αυτί σου και ριγούσες, που βούλιαζες στο βλέμμα μου και έπινες τον πόθο σα βρυκόλακας ταγμένος στο σκοτάδι κι εξαρτημένος απ' το αίμα της καρδιάς μου, καταραμένος να θυμάσαι. Κάθε νέο φιλί θα σου θυμίζει πως δεν μπορεί κανείς να σ' αγαπήσει όπως εγώ. Θα κουραστείς απ' την απάτη και το ψέμα και παλι θα γυρίσεις.

Δε θα ζητήσω να σε κρατήσω. Η αγάπη προσφέρεται απλόχερα, δεν εκβιάζεται. Ούτε αγοράζεται, ούτε κολακεύεται. Κι αν αυτή σου η αγάπη δεν είναι παντοτινή, καλύτερα να το ξέρω από νωρίς. Τίποτε δε σήμαινε η αγάπη μου για σένα, μόνο παιχνίδι στα χέρια σου η καρδιά μου, μα ξέρω πως στο τέλος θα μετανιώσεις και θα γυρίσεις. Κι είναι η μετάνοια φανερή στο βλέμμα και στες πράξεις, όχι στα λόγια και στες υποσχέσεις μήτε στις δηλώσεις. En tus ojos pienos de arrepentimiento. Μπορεί ποτέ.